Οι οκτώ ώρες ύπνου έχουν αποκτήσει σχεδόν τη δύναμη ενός αδιαπραγμάτευτου κανόνα. Αν κοιμηθείς λιγότερο, θεωρείς ότι την επόμενη ημέρα θα λειτουργείς με άδειες μπαταρίες. Μια νέα επιστημονική ανασκόπηση, όμως, έρχεται να δείξει ότι τα πράγματα δεν χωρούν τόσο εύκολα σε έναν αριθμό.

Η μελέτη, η οποία δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Brain Medicine, συγκέντρωσε στοιχεία από παλαιότερες έρευνες, εξετάζοντας τη διάρκεια του ύπνου σε διαφορετικές κοινωνίες και τη σύνδεσή της με την υγεία. Το βασικό της συμπέρασμα είναι ότι οι οκτώ ώρες δεν αποτελούν μια καθολική ανάγκη που ισχύει για όλους.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα δεδομένα από προβιομηχανικές κοινωνίες, όπου απουσιάζουν πολλοί από τους παράγοντες που κατηγορούμε σήμερα για τον κακό ύπνο, όπως οι οθόνες, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ο έντονος τεχνητός φωτισμός και ο θόρυβος των πόλεων.
Έρευνα του 2015 σε κοινότητες της Τανζανίας, της Ναμίμπια και της Βολιβίας έδειξε ότι οι άνθρωποι κοιμούνταν κατά μέσο όρο από 5,7 έως 7,1 ώρες κάθε βράδυ. Μάλιστα, δεν συνήθιζαν να καλύπτουν τη διαφορά με μεγάλους μεσημεριανούς ύπνους. Νεότερη ανάλυση υπολόγισε τη μέση διάρκεια ύπνου στις προβιομηχανικές κοινωνίες περίπου στις 6,4 ώρες. Τα ευρήματα, επομένως, αμφισβητούν την ιδέα ότι οι άνθρωποι κοιμούνταν περισσότερο πριν εμφανιστούν η ηλεκτρική ενέργεια και ο σύγχρονος τρόπος ζωής.

Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα είναι μια μελέτη του 2026, βασισμένη σε στοιχεία της UK Biobank από ανθρώπους ηλικίας 37 έως 84 ετών. Οι ερευνητές συνέδεσαν τον ύπνο διάρκειας 6,4 έως 7,8 ωρών με καλύτερους δείκτες βιολογικής γήρανσης. Το ιδανικό εύρος δεν ήταν ακριβώς ίδιο για όλους, καθώς παρουσίαζε διαφορές ανάλογα με το φύλο και το όργανο που εξεταζόταν.
Τόσο ο υπερβολικά σύντομος όσο και ο πολύ παρατεταμένος ύπνος συσχετίστηκαν με λιγότερο ευνοϊκά αποτελέσματα. Αυτό, βέβαια, δεν αποδεικνύει ότι ο περισσότερος ύπνος προκαλεί προβλήματα, καθώς μπορεί να αποτελεί ένδειξη κάποιας υποκείμενης κατάστασης.

Το μήνυμα δεν είναι ότι πρέπει να βάλουμε ξυπνητήρι στις έξι ώρες. Οι επίσημες συστάσεις εξακολουθούν να τοποθετούν τις ανάγκες των περισσότερων ενηλίκων στις επτά έως εννέα ώρες. Η ουσία είναι ότι ο σωστός ύπνος δεν κρίνεται αποκλειστικά από το ρολόι. Η ποιότητα, η σταθερότητα του προγράμματος και κυρίως το πώς αισθάνεται κάποιος μέσα στην ημέρα αποτελούν εξίσου σημαντικούς δείκτες.


