Το κινητό ή το tablet έχει εξελιχθεί σε μία από τις ευκολότερες λύσεις για να παραμείνει ένα παιδί απασχολημένο. Μερικά λεπτά ησυχίας στο εστιατόριο, στη διαδρομή με το αυτοκίνητο ή μέσα στο σπίτι μπορεί να μοιάζουν αθώα. Μια νέα επιστημονική μελέτη, όμως, υποδεικνύει ότι η επίδραση των οθονών ενδέχεται να εξαρτάται όχι μόνο από τη διάρκεια της χρήσης τους, αλλά και από την ηλικία κατά την οποία ξεκινά η συστηματική έκθεση.
Οι ερευνητές παρακολούθησαν 502 παιδιά από τη Σιγκαπούρη, καταγράφοντας τον χρόνο που περνούσαν μπροστά σε οθόνες στις ηλικίες του ενός, του ενάμιση, των δύο, των τριών, των έξι και των οκτώ ετών. Στη συνέχεια, αξιολόγησαν τις σχολικές τους επιδόσεις στην ηλικία των εννέα ετών και την εργαζόμενη μνήμη τους περίπου ενάμιση χρόνο αργότερα.
Η εργαζόμενη μνήμη είναι η ικανότητα του εγκεφάλου να διατηρεί προσωρινά πληροφορίες και να τις χρησιμοποιεί άμεσα. Είναι εκείνη που βοηθά ένα παιδί να θυμάται μια οδηγία, να εκτελεί διαδοχικά βήματα, να λύνει ένα πρόβλημα ή να παρακολουθεί το νόημα ενός κειμένου.

Οι ηλικίες που φαίνεται να έχουν μεγαλύτερη σημασία
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι ο αυξημένος χρόνος μπροστά σε οθόνες συνδεόταν γενικά με χαμηλότερες σχολικές επιδόσεις και ασθενέστερη εργαζόμενη μνήμη. Οι ισχυρότερες συσχετίσεις, ωστόσο, εμφανίστηκαν όταν η χρήση ήταν αυξημένη στο πρώτο έτος της ζωής και γύρω στην ηλικία των έξι ετών.
Ειδικότερα, η μεγαλύτερη έκθεση στην ηλικία του ενός έτους, του ενάμιση έτους και των έξι ετών παρέμεινε συνδεδεμένη με χαμηλότερες ακαδημαϊκές επιδόσεις ακόμη και όταν οι επιστήμονες έλαβαν υπόψη άλλους παράγοντες. Για την εργαζόμενη μνήμη, οι πιο καθαρές συσχετίσεις εντοπίστηκαν στο ένα και στα έξι έτη.
Μια πιθανή εξήγηση είναι ότι, ιδιαίτερα κατά τη βρεφική ηλικία, η οθόνη μπορεί να αντικαθιστά δραστηριότητες κρίσιμες για την ανάπτυξη του εγκεφάλου: την επικοινωνία με τους γονείς, το παιχνίδι, την κίνηση, την εξερεύνηση του περιβάλλοντος και την επαφή με πραγματικά πρόσωπα και αντικείμενα.
Στην ηλικία των έξι ετών, από την άλλη πλευρά, τα παιδιά περνούν σε μια απαιτητική εκπαιδευτική περίοδο. Μαθαίνουν να συγκεντρώνονται για μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα, να ακολουθούν οδηγίες και να οργανώνουν πληροφορίες. Η υπερβολική χρήση οθονών μπορεί να περιορίζει τον χρόνο που αφιερώνεται στο διάβασμα, στον ύπνο, στη φυσική δραστηριότητα ή στο δημιουργικό παιχνίδι.
Δεν σημαίνει ότι κάθε οθόνη βλάπτει το παιδί
Οι ίδιοι οι επιστήμονες ξεκαθαρίζουν ότι η έρευνα καταγράφει συσχετίσεις και δεν αποδεικνύει πως οι οθόνες προκαλούν άμεσα προβλήματα μνήμης ή χαμηλότερες σχολικές επιδόσεις.
Δεν είναι, άλλωστε, όλες οι μορφές χρήσης ίδιες. Ένα παιδί που παρακολουθεί μαζί με τον γονέα του ένα κατάλληλο εκπαιδευτικό πρόγραμμα δεν έχει την ίδια εμπειρία με ένα παιδί που αλλάζει ασταμάτητα σύντομα βίντεο χωρίς επίβλεψη. Σημασία έχουν το περιεχόμενο, η συσκευή, η διάρκεια, η ώρα της ημέρας και το αν συμμετέχει ενεργά κάποιος ενήλικος.
Το βασικό μήνυμα της μελέτης δεν είναι ότι οι γονείς πρέπει να εξαφανίσουν κάθε οθόνη από το σπίτι. Είναι ότι η χρήση της δεν πρέπει να αντικαθιστά τον ύπνο, το παιχνίδι, την κίνηση, το διάβασμα και κυρίως την ανθρώπινη αλληλεπίδραση. Οι οθόνες μπορούν να αποτελούν εργαλείο· το πρόβλημα ξεκινά όταν μετατρέπονται στο βασικό περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγαλώνει ένα παιδί.
