Υπάρχουν παιχνίδια που θυμάσαι το αποτέλεσμα και υπάρχουν εκείνα στα οποία θυμάσαι πού ήσουν όταν έγιναν. Η 1η Σεπτεμβρίου 2006 ανήκει ξεκάθαρα στη δεύτερη κατηγορία.
Ήταν Παρασκευή πρωί στην Ελλάδα, το τζάμπολ είχε οριστεί για τις 10:30 και κάπου ανάμεσα σε γραφεία, σπίτια, καφέδες και ανθρώπους που προσπαθούσαν να βρουν έναν τρόπο να δουν τηλεόραση αντί να δουλεύουν, η Εθνική του Παναγιώτη Γιαννάκη ετοιμαζόταν να παίξει ημιτελικό Παγκοσμίου Πρωταθλήματος απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Σαϊτάμα: Η μέρα που η Ελλάδα λύγισε τις ΗΠΑ
Το 2006 ήμουν 13 ετών και στήθηκα μπροστά στην τηλεόραση να δω το παιχνίδι. Ζήτησα από την προηγούμενη μέρα από τη γιαγιά μου τη Μίνα να με ξυπνήσει στις 10 και αυτή φυσικά με ξύπνησε στις 8.30. Κανείς δεν περίμενε το τι θα παρακολουθήσουμε εκείνο το πρωινό.
Και είκοσι χρόνια αργότερα, το σκορ δεν χρειάζεται σχεδόν καμία εξήγηση.
Ελλάδα – ΗΠΑ 101-95.
Το σημαντικό, όμως, είναι ότι όσο περνούν τα χρόνια τόσο πιο καθαρά φαίνεται πως εκείνο το παιχνίδι ήταν πολύ μεγαλύτερο από μία τεράστια ελληνική νίκη. Ήταν η μέρα που μια ομάδα χωρίς NBAer νίκησε τους LeBron James, Dwyane Wade, Carmelo Anthony, Chris Paul, Dwight Howard και Chris Bosh, έφτασε στον τελικό του κόσμου και ανάγκασε την ισχυρότερη μπασκετική χώρα του πλανήτη να κοιτάξει τον εαυτό της λίγο διαφορετικά.
Πριν από το θαύμα υπήρχε μια πολύ καλή ομάδα
Είναι εύκολο να θυμόμαστε τη Σαϊτάμα ως τη μέρα που το αουτσάιντερ έκανε το αδύνατο. Δεν είναι λάθος, αλλά αδικεί την Ελλάδα του 2006.
Η Εθνική είχε φτάσει στην Ιαπωνία ως πρωταθλήτρια Ευρώπης, μόλις έναν χρόνο μετά το χρυσό στο Βελιγράδι. Ο βασικός κορμός ήταν εκεί: Θοδωρής Παπαλουκάς, Δημήτρης Διαμαντίδης, Βασίλης Σπανούλης, Μιχάλης Κακιούζης, Αντώνης Φώτσης, Δήμος Ντικούδης, Κώστας Τσαρτσαρής, Λάζαρος Παπαδόπουλος, μαζί με τον Σοφοκλή Σχορτσανίτη, που είχε πάρει τη θέση του Γιάννη Μπουρούση.
Πριν από τον ημιτελικό, Ελλάδα και ΗΠΑ είχαν αμφότερες 7-0 στη διοργάνωση. Η μία πλευρά είχε περισσότερο ατομικό ταλέντο από όσο μπορούσε να χωρέσει σχεδόν οποιαδήποτε αντίπαλη άμυνα. Η άλλη είχε μια ομάδα που γνώριζε ακριβώς πού έπρεπε να βρίσκεται κάθε παίκτης όταν η κατοχή δυσκόλευε.
Το ξεκίνημα πήγε περίπου όπως όλοι περίμεναν. Οι Αμερικανοί έκλεισαν την πρώτη περίοδο στο 20-14 και έφτασαν μέχρι το 33-21, παίζοντας με ταχύτητα, επιθετικότητα και εκείνη την αίσθηση ότι αργά ή γρήγορα το ατομικό τους ταλέντο θα έβαζε τα πράγματα στη θέση τους.
Η Ελλάδα, όμως, δεν έπαιξε ποτέ σαν να περίμενε να συμβεί αυτό.
Το pick and roll που οι ΗΠΑ δεν έλυσαν ποτέ
Η επιστροφή άρχισε με ένα σερί 9-0 και με τον Παπαλουκά να κάνει αυτό που ήξερε καλύτερα από τους περισσότερους Ευρωπαίους guard της εποχής: να διαβάζει την άμυνα ένα κλικ πιο γρήγορα από όλους τους υπόλοιπους.
Το pick and roll με τον Σχορτσανίτη έγινε το κεντρικό πρόβλημα των ΗΠΑ. Όταν ο ψηλός έβγαινε δυνατά πάνω στην μπάλα, ο Παπαλουκάς έβρισκε τον χώρο πίσω του. Όταν η άμυνα έκλεινε περισσότερο στη ρακέτα, η πάσα έβγαινε έξω. Κι όταν οι Αμερικανοί δοκίμαζαν να αλλάξουν, ο "Big Sofo" έβρισκε μικρότερο αντίπαλο κοντά στο καλάθι.
Το εντυπωσιακό δεν ήταν απλώς ότι η Ελλάδα έτρεχε σωστά ένα pick and roll. Ήταν ότι οι ΗΠΑ έβλεπαν την ίδια φάση να έρχεται ξανά και ξανά και δεν κατάφερναν ποτέ να βρουν μια πραγματικά σταθερή απάντηση.
Ο Σχορτσανίτης χρειάστηκε μόλις 17 λεπτά για να πετύχει 14 πόντους με 6/7 δίποντα, ενώ ο Παπαλουκάς τελείωσε με 12 ασίστ, την κορυφαία επίδοση παίκτη στη διοργάνωση μέχρι εκείνο το σημείο.
Και κάπως έτσι, μια ομάδα που θεωρητικά θα έπρεπε να φοβηθεί την αθλητικότητα των Αμερικανών, κατάφερε να τη χρησιμοποιήσει εναντίον τους.
Η Ελλάδα δεν προσπάθησε να κρατήσει το αποτέλεσμα
Στο ημίχρονο, η Εθνική ήταν μπροστά με 45-41. Εκεί βρισκόταν ίσως το πιο κρίσιμο σημείο του αγώνα.
Θα μπορούσε να μπει στο τρίτο δεκάλεπτο προσπαθώντας απλώς να διαχειριστεί αυτό που είχε πετύχει. Να κατεβάσει τον ρυθμό, να προστατεύσει την μπάλα και να περιμένει όσο περισσότερο μπορούσε.
Έκανε το αντίθετο.
Η τρίτη περίοδος τελείωσε 32-24 για την Ελλάδα, το σκορ ανέβηκε στο 77-65 και το παιχνίδι που όλοι περίμεναν ότι κάποια στιγμή θα επιστρέψει στη "φυσιολογική" του κατάσταση είχε πλέον φύγει εντελώς από το αμερικανικό σενάριο.
Ο Σπανούλης σταμάτησε στους 22 πόντους, ο Κακιούζης είχε 15, ο Σχορτσανίτης 14 και ο Διαμαντίδης 12 μαζί με πέντε ασίστ. Ο Παπαλουκάς δεν χρειάστηκε να σκοράρει πολύ, γιατί είχε ήδη βάλει το παιχνίδι ακριβώς στο σημείο που ήθελε.
Η Ελλάδα σούταρε με 62,5% εντός πεδιάς, ποσοστό σχεδόν παράλογο για ημιτελικό Παγκοσμίου Πρωταθλήματος. Οι ΗΠΑ πήραν 16 επιθετικά ριμπάουντ και κέρδισαν συνολικά τη μάχη των ριμπάουντ, αλλά πλήρωσαν τις βολές τους και, κυρίως, το γεγονός ότι κάθε λάθος στην άμυνα τιμωρούνταν.
Αυτό είναι που κάνει τη Σαϊτάμα τόσο ξεχωριστή ακόμη και σήμερα.
Η Ελλάδα δεν κέρδισε 64-62 με άμυνα επιβίωσης και ένα τελευταίο σουτ.
Έβαλε 101 πόντους στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η εικόνα που έμεινε περισσότερο από το box score
Οι Αμερικανοί προσπάθησαν φυσικά να επιστρέψουν. Ο Carmelo Anthony τελείωσε με 27 πόντους, ο Dwyane Wade με 19 και ο LeBron James με 17. Στο τέλος η διαφορά μειώθηκε, το παιχνίδι έγινε πιο νευρικό και για λίγα λεπτά υπήρξε η αίσθηση ότι ίσως το αδιανόητο μπορούσε ακόμη να χαθεί.
Δεν χάθηκε.
Ο Κακιούζης έβαλε τις βολές, ο Φώτσης πρόσθεσε άλλες δύο και το ταμπλό στη Saitama Super Arena έμεινε στο 101-95.
Μετά ήρθαν οι εικόνες που έμειναν περισσότερο και από τους αριθμούς. Οι Έλληνες να αγκαλιάζονται, το συρτάκι στο παρκέ, ο Παπαλουκάς, ο Διαμαντίδης, ο Σπανούλης και οι υπόλοιποι να προσπαθούν να συνειδητοποιήσουν τι είχαν μόλις κάνει.

Και λίγο πιο πέρα, ο Carmelo Anthony να μένει μόνος του στο γήπεδο κοιτάζοντας τους πανηγυρισμούς. Χρόνια αργότερα θα θυμόταν ακόμη εκείνη τη στιγμή.
Αυτό ίσως λέει περισσότερα από οποιοδήποτε στατιστικό.
Η Ελλάδα δεν νίκησε απλώς τις ΗΠΑ αλλά τις ανάγκασε να αλλάξουν
Η πραγματική κληρονομιά εκείνου του αγώνα βρίσκεται ίσως στην άλλη πλευρά.
Οι Αμερικανοί είχαν ήδη δεχθεί αρκετές προειδοποιήσεις. Είχαν μείνει έκτοι στο Παγκόσμιο του 2002 και είχαν πάρει χάλκινο στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας το 2004. Ο Jerry Colangelo είχε αναλάβει την αναδιοργάνωση του προγράμματος και ο Mike Krzyzewski είχε έρθει για να επαναφέρει την Team USA στην κορυφή.
Η Σαϊτάμα έδειξε ότι δεν είχε αλλάξει ακόμη αρκετά.
Ο Coach K παραδέχθηκε μετά το παιχνίδι ότι οι ΗΠΑ έπρεπε να μάθουν καλύτερα το διεθνές μπάσκετ και χρόνια αργότερα χαρακτήρισε την ήττα από την Ελλάδα ως τη χειρότερη της προπονητικής του καριέρας, ακριβώς επειδή εκπροσωπούσε τη χώρα του.
Το μάθημα δεν ήταν απλώς "φέρτε καλύτερους παίκτες". Οι ΗΠΑ είχαν ήδη τους καλύτερους.
Χρειάζονταν περισσότερη προετοιμασία, μεγαλύτερη συνέχεια στα ρόστερ, καλύτερη κατανόηση του FIBA basketball και λιγότερη βεβαιότητα ότι το ατομικό ταλέντο μπορεί να λύσει κάθε πρόβλημα.
Δύο χρόνια αργότερα ήρθε η Redeem Team του Kobe Bryant και το χρυσό μετάλλιο στο Πεκίνο. Στο ρόστερ υπήρχαν αρκετοί από εκείνους που είχαν βρεθεί απέναντι στην Ελλάδα: LeBron, Wade, Carmelo, Chris Paul, Dwight Howard και Chris Bosh.
Η Σαϊτάμα δεν δημιούργησε μόνη της τη Redeem Team.
Ήταν όμως μία από τις ήττες που έκαναν την ύπαρξή της απαραίτητη.
Και όμως, η Ελλάδα δεν πήρε το χρυσό
Υπάρχει μια λεπτομέρεια που κάνει όλη την ιστορία ακόμη πιο παράξενη. Δύο ημέρες μετά το μεγαλύτερο παιχνίδι που είχε κάνει ποτέ αυτή η γενιά, η Ελλάδα έχασε τον τελικό από την Ισπανία με 70-47.
Κανονικά, αυτή θα έπρεπε να είναι η πρώτη ανάμνηση από μια διοργάνωση στην οποία η Εθνική κατέκτησε το ασημένιο μετάλλιο.
Δεν είναι.
Γιατί η Σαϊτάμα κατάφερε να γίνει κάτι ανεξάρτητο ακόμη και από τον τελικό. Δεν ήταν απλώς το παιχνίδι που άνοιξε τον δρόμο για ένα μετάλλιο. Ήταν μια ολοκληρωμένη στιγμή από μόνη της.
Ένα πρωινό όπου η πρωταθλήτρια Ευρώπης βρέθηκε απέναντι στη μεγαλύτερη συγκέντρωση ατομικού ταλέντου του τουρνουά και αντί να προσπαθήσει να επιβιώσει, έπαιξε καλύτερο μπάσκετ.
Είκοσι χρόνια μετά, αρκεί ακόμη μία λέξη
Ίσως γι' αυτό δεν χρειάζεται σήμερα να εξηγήσεις σε κανέναν Έλληνα που μεγάλωσε με εκείνη τη γενιά τι σημαίνει "Σαϊτάμα".
Δεν είναι απλώς μια πόλη στην Ιαπωνία.
Είναι ο Παπαλουκάς να διαβάζει ξανά το pick and roll. Ο Σχορτσανίτης να κατεβαίνει στη ρακέτα και να μη σταματιέται. Ο Σπανούλης να σηκώνεται για ακόμη ένα μεγάλο σουτ. Ο Διαμαντίδης να κάνει λίγο απ' όλα. Ο Κακιούζης να μένει ψύχραιμος όταν το παιχνίδι αρχίζει να καίει.
Είναι το ταμπλό να γράφει 101-95 και μια ολόκληρη χώρα, λίγο πριν από το μεσημέρι μιας συνηθισμένης Παρασκευής, να προσπαθεί να καταλάβει τι ακριβώς είχε μόλις δει.
Είκοσι χρόνια μετά, η Σαϊτάμα δεν έχει γίνει μικρότερη.
Αντίθετα, όσο περνά ο χρόνος τόσο περισσότερο μοιάζει με αυτό που πραγματικά ήταν: η μέρα που η Ελλάδα δεν νίκησε απλώς την Team USA, αλλά απέδειξε ότι μπορούσε να της μάθει και μπάσκετ.
Ακολούθησε το Esquire στο Facebook, το Twitter και το Instagram.
