Από τον Cayle Reid/ Απόδοση: Οδυσσέας Τσάκος
Η ποδοσφαιρική σεζόν ξεκίνησε πριν από μερικούς μήνες, με τον ίδιο τρόπο που ξεκινά σχεδόν κάθε χρονιά για μένα. Απογοητευτικά. Για κάποιον ανεξήγητο λόγο, υποστηρίζω μια ομάδα που σπάνια σου δίνει χαρά – και ναι, δεν είναι καθόλου διασκεδαστικό. Κάθε Αύγουστο πείθομαι ότι "φέτος θα είναι αλλιώς". Κάθε Νοέμβριο αρχίζω να χαμηλώνω τις προσδοκίες. Και μέχρι τον χειμώνα, επιστρέφω στη γνώριμη, σχεδόν παρηγορητική απογοήτευση.
Το 2012 είδα για πρώτη φορά έναν μεγάλο τελικό – δεν έχει σημασία η διοργάνωση και τα ονόματα των ομάδων. Εκείνο το βράδυ, το αουτσάιντερ νίκησε το μεγάλο φαβορί με μια δραματική φάση στο τέλος. Ο αφελής δεκάχρονος εαυτός μου αποφάσισε αμέσως πως αυτή ήταν η ομάδα μου. Μεγαλωμένος μακριά από την πόλη της, χωρίς καμία ουσιαστική σύνδεση με αυτήν ή τους παίκτες της, την επόμενη κιόλας μέρα παρακάλεσα τη μητέρα μου να μου αγοράσει μια φανέλα της ομάδας. Όταν τελικά υπέκυψε, η μοίρα μου είχε ήδη γραφτεί. Δεν ήταν επιλογή με κριτήρια. Ήταν ένστικτο, σχεδόν μια στιγμή πολιτισμικής σύγχυσης που κατέληξε σε ισόβια δέσμευση.

Στα χρόνια που ακολούθησαν, οι επιτυχίες ήταν ελάχιστες. Ελάχιστες συμμετοχές σε μεγάλες διοργανώσεις, ακόμη λιγότερες νίκες και μια μόνιμη αίσθηση ότι η ομάδα κινείται κάπου μεταξύ μετριότητας και αποτυχίας. Η πιο πρόσφατη σεζόν έκλεισε με απολογισμό που δύσκολα χαρακτηρίζεται αξιοπρεπής – ακόμη κι αυτές οι λίγες νίκες ήρθαν όταν πια δεν είχαν καμία σημασία. Αποκαρδιωτικό; Σίγουρα. Αλλά, με τον καιρό, το συνηθίζεις. Σχεδόν το περιμένεις. Μαθαίνεις να διαβάζεις το παιχνίδι όχι για τη νίκη, αλλά για τα μικρά σημάδια προόδου που θα δικαιολογήσουν την επόμενη ελπίδα.
Η επιλογή που δεν μπορείς να πάρεις πίσω
Συχνά αναρωτιέμαι για εκείνη την αρχική απόφαση, σχεδόν με την ίδια απελπισία που κάποιος προσπαθεί να προειδοποιήσει τον νεότερο εαυτό του να μην κάνει ένα μοιραίο λάθος. Τι θα γινόταν αν εκείνο το βράδυ είχα απλώς αλλάξει κανάλι; Αν είχα διαλέξει μια άλλη ομάδα; Ίσως να είχα γλιτώσει αρκετή ταλαιπωρία. Γιατί, όσο λειτουργικό κι αν θεωρώ τον εαυτό μου στην καθημερινότητα, κάθε Δευτέρα πρωί από το φθινόπωρο μέχρι τον χειμώνα ή τις αρχές της άνοιξης μετατρέπομαι σε έναν κακοδιάθετο, δύστροπο τύπο. Και το χειρότερο; Ξέρω ότι, θεωρητικά, θα μπορούσα να το σταματήσω. Δεν υπάρχει κάτι που να με κρατάει δεμένο – τουλάχιστον όχι με την αυστηρή, λογική έννοια.
Σε αντίθεση με άλλες ομάδες που υποστηρίζουμε λόγω πόλης, οικογένειας ή παρέας, αυτή η σχέση είναι σχεδόν αφηρημένη. Δεν έχω πάει ποτέ σε αγώνα της, μιλάω με άλλους οπαδούς μόνο διαδικτυακά και οι περισσότεροι φίλοι μου υποστηρίζουν –τυχαίο;– πολύ πιο επιτυχημένες ομάδες. Κι όμως, παραμένω. Ίσως γιατί το να είσαι οπαδός δεν έχει να κάνει με τη γεωγραφία αλλά με τη συνήθεια. Και η συνήθεια, όταν επαναλαμβάνεται για χρόνια, αποκτά το βάρος ταυτότητας.
Πώς διαλέγουμε τελικά την ομάδα μας;
Λένε ότι μπορείς να καταλάβεις πολλά για κάποιον από την ομάδα που υποστηρίζει. Υπάρχουν εκείνοι που διαλέγουν πάντα τον νικητή – οι λεγόμενοι "glory hunters”. Δεν τους κατηγορείς. Είναι μια στρατηγική που σε γλιτώνει από πολύ πόνο. Άλλοι πηγαίνουν με το ρεύμα, ανεβαίνουν στο "άρμα" μιας ομάδας που κερδίζει απότομα και προς το παρόν και απολαμβάνουν τη διαδρομή όσο κρατάει. Είναι ανθρώπινο: Οι επιτυχίες ελκύουν περισσότερο από τις αποτυχίες.
Υπάρχουν βέβαια και πιο… αισθητικοί λόγοι. Κάποιοι επιλέγουν ομάδα επειδή τους αρέσει η φανέλα, τα χρώματα, το όνομα, ή γιατί την είδαν σε μια ταινία ή σε μια σειρά. Άλλοι γοητεύονται από έναν ποδοσφαιριστή – την αύρα του, το στυλ του, την υπόσχεση ότι βλέπουν στο γήπεδο μια εκδοχή του εαυτού τους που θα ήθελαν να είναι. Αυτοί οι οπαδοί συχνά μετακινούνται μαζί με τα είδωλά τους, μετατρέποντας την υποστήριξη σε κάτι πιο προσωπικό, σχεδόν ναρκισσιστικό. Και μετά υπάρχουν εκείνοι που δεν επιλέγουν ποτέ αλλά γεννιούνται μέσα σε μια ομάδα. Την κληρονομούν, όπως κληρονομείς ένα επίθετο ή μια οικογενειακή ιστορία.
Υπάρχει όμως ένας κοινός παρονομαστής: Κανείς δεν διαλέγει συνειδητά μια ομάδα που χάνει. Εκτός αν δεν έχει επιλογή. Γιατί να δεθείς εθελοντικά με την απογοήτευση; Κι όμως, κάπως έτσι ξεκινάνε όλα. Επιλέγεις όταν η ομάδα είναι στα πάνω της και μετά μένεις όταν όλα καταρρέουν. Στις δύσκολες περιόδους, κάποιοι απομακρύνονται από το άθλημα. Αλλά δεν αλλάζουν ομάδα. Σχεδόν ποτέ.
"Του χρόνου θα είναι διαφορετικά"
Δεν υπάρχει εύκολη εξήγηση. Ίσως γιατί, σε αντίθεση με άλλες πτυχές της ζωής (μια σχέση, μια δουλειά κ.ά.) το ποδόσφαιρο σου πουλάει πάντα την ίδια υπόσχεση: ότι του χρόνου θα είναι διαφορετικά. Ότι κάτι θα αλλάξει. Ότι η λύτρωση είναι κοντά. Ότι ένας νέος προπονητής, μια μεταγραφή, μια "χρυσή" γενιά θα μεταμορφώσει τα πάντα μέσα σε λίγους μήνες.
Η πίστη σε μια κακή ομάδα είναι μια μορφή παράλογης αισιοδοξίας. Μια άρνηση να εγκαταλείψεις την ιδέα ότι το επόμενο παιχνίδι, η επόμενη σεζόν, θα σε δικαιώσει. Είναι στρεβλό, αλλά είναι και αληθινό. Γιατί αυτό ακριβώς είναι το fandom, που παρουσιάζεται σαν μια σχέση όπου η δυστυχία είναι μέρος της εμπειρίας. Αν δεν έχεις υποφέρει, δεν έχεις νιώσει πραγματικά τι σημαίνει να είσαι οπαδός.
Υπάρχει μια περίεργη περηφάνια στο να αντέχεις. Στο να λες: "Το διάλεξα αυτό και σε αυτό μένω". Στο να επιβιώνεις τις ήττες, τα άδεια απογεύματα, τις ανούσιες Κυριακές. Στο να επιστρέφεις, ξανά και ξανά, ακόμα κι όταν ξέρεις ότι πιθανότατα θα απογοητευτείς.

Αν δεν μπορείς να είσαι νικητής, μπορείς τουλάχιστον να είσαι πιστός
Αν δεν μπορείς να είσαι νικητής, μπορείς τουλάχιστον να είσαι πιστός. Και σε έναν κόσμο όπου όλα μοιάζουν προσωρινά (δουλειές, σχέσεις, ταυτότητες, ιδεολογίες) αυτό ίσως να έχει μεγαλύτερη αξία απ’ ό,τι νομίζουμε. Η αφοσίωση σε μια ομάδα λειτουργεί σαν μια μικρή άσκηση συνέπειας: Ένα σημείο αναφοράς που δεν αλλάζει, ακόμη κι όταν όλα τα υπόλοιπα γύρω σου μετακινούνται. Θα μπορούσα να φύγω. Οι συνέπειες θα ήταν ελάχιστες. Λίγα πειράγματα από φίλους – τίποτα δηλαδή που δεν ζω ήδη κάθε εβδομάδα. Κι όμως, μένω. Γιατί; Γιατί, σε αντίθεση με όλα τα άλλα, εδώ δεν αλλάζεις στρατόπεδο. Είναι από τους λίγους άγραφους κανόνες που τηρούνται σχεδόν καθολικά. Μπορεί να γκρινιάζεις, να απογοητεύεσαι, να φτάνεις στα όριά σου αλλά δεν φεύγεις.
Και κάπως έτσι, κάθε εβδομάδα, επιστρέφω. Σαν εκείνο το έντομο που καίγεται ξανά και ξανά στο ίδιο φως. Ξέροντας τι θα συμβεί – και παρ’ όλα αυτά, ελπίζοντας. Γιατί κάποια στιγμή θα έρθει η δικαίωση. Πρέπει να έρθει. Και τότε, θα πω ότι το ήξερα από την αρχή. Αυτό είναι το μεγαλύτερο ψέμα που λέμε στους εαυτούς μας. Αλλά είναι και ο λόγος που συνεχίζουμε να πιστεύουμε.
