Το 1-0 του Ολυμπιακού απέναντι στον Παναθηναϊκό μπορεί εύκολα να χωρέσει σε δύο εικόνες: τον Παναγιώτη Ρέτσο να σκοράρει στο 34' και τους "ερυθρόλευκους" να αμύνονται με δέκα μετά την αποβολή του Μανώλη Σάλιακα. Μόνο που έτσι χάνεται σχεδόν όλο το ενδιαφέρον του αγώνα. Η ομάδα του Ιμανόλ Αλγκουαθίλ δεν κέρδισε επειδή έβαλε ένα γκολ από στατική φάση και στη συνέχεια υπέφερε ηρωικά. Κέρδισε επειδή για το μεγαλύτερο κομμάτι του έντεκα εναντίον έντεκα κατάφερε να αποφασίσει πού, πώς και με ποια ταχύτητα θα παίζεται το ντέρμπι.
Ολυμπιακός - Παναθηναϊκός: Πού κρίθηκε το 1-0
Απέναντί της είχε έναν Παναθηναϊκό που έφτασε στο "Γ. Καραϊσκάκης" αήττητος σε 13 συνεχόμενα παιχνίδια σε όλες τις διοργανώσεις και στην κορυφή του πρωταθλήματος. Ο Ολυμπιακός βρισκόταν πέντε βαθμούς πίσω και ήξερε ότι ακόμη μία απώλεια θα δημιουργούσε πολύ διαφορετική συζήτηση στα μέσα Οκτωβρίου. Η διαφορά στο κίνητρο από μόνη της δεν κερδίζει ντέρμπι, αλλά συχνά επηρεάζει ποια ομάδα είναι διατεθειμένη να παίξει πιο επιθετικά χωρίς την μπάλα. Εκεί ακριβώς ξεκίνησε το πλεονέκτημα των γηπεδούχων.
Ο Αλγκουαθίλ δεν ήθελε την μπάλα. Ήθελε την πρώτη πάσα του Παναθηναϊκού
Ο Ολυμπιακός ξεκίνησε σε ένα καθαρό 4-2-3-1, με Γκουστάβο Πουέρτα και Ρέμο Φρόιλερ μπροστά από τα στόπερ και τον Τσικίνιο ψηλότερα. Στα άκρα βρίσκονταν ο Κώστας Φορτούνης και ο Ζότα Σίλβα, ενώ ο Μάριους Μουαντιλματζί είχε τον πρώτο ρόλο στην πίεση. Στο χαρτί δεν υπήρχε τίποτα επαναστατικό. Η ουσία ήταν στις αποστάσεις και στις κατευθύνσεις που έδιναν στον αντίπαλο.
Ο Αλγκουαθίλ δεν προσπάθησε να πιέσει αδιακρίτως κάθε πάσα. Το ζητούμενο ήταν να κάνει δύσκολη την πρόσβαση του Παναθηναϊκού στον άξονα, εκεί όπου οι Ιμράν Λουζά, Ετιέν Καμαρά και Αζεντίν Ουναΐ μπορούσαν να δώσουν συνέχεια στην κατοχή. Ο Μάριους έκλεινε τη μία πλευρά της πρώτης πάσας, ο Τσικίνιο έπαιρνε θέση κοντά στον χαμηλό μέσο και οι Πουέρτα-Φρόιλερ ανέβαιναν αρκετά ώστε ο Παναθηναϊκός να μην μπορεί να πάρει εύκολα την μπάλα με πρόσωπο προς την επίθεση.
Αυτό είχε δύο συνέπειες. Πρώτον, οι στόπερ του Παναθηναϊκού αναγκάζονταν συχνότερα να παίξουν προς τα πλάγια ή να ψάξουν πιο άμεση μεταβίβαση. Δεύτερον, όταν η μπάλα πήγαινε στη γραμμή, ο Ολυμπιακός μπορούσε να χρησιμοποιήσει το πλάγιο ως επιπλέον αμυντικό όριο και να στείλει περισσότερους παίκτες γύρω από τον κάτοχο. Ο Αλγκουαθίλ το περιέγραψε μετά το παιχνίδι πολύ απλά, λέγοντας ότι μέχρι την αποβολή η ομάδα του δεν άφηνε τον Παναθηναϊκό να συνδέσει ούτε τέσσερις συνεχόμενες πάσες.
Αυτό δεν είναι στατιστικό για να μπει σε αφίσα. Είναι περιγραφή του πώς κερδίζεις έλεγχο χωρίς να χρειάζεσαι μεγάλη κατοχή.
Ο Πουέρτα και ο Φρόιλερ έπαιξαν το πραγματικό ντέρμπι
Η καλύτερη γραμμή του Ολυμπιακού ήταν η μεσαία του. Ο Πουέρτα έδωσε ένταση στις μονομαχίες και ταχύτητα στις μετακινήσεις προς την μπάλα, ενώ ο Φρόιλερ έκανε αυτό που κάνει σχεδόν σε όλη την καριέρα του: βρισκόταν διαρκώς ένα βήμα πριν από τη φάση. Δεν χρειάζεται να κερδίζεις δέκα τάκλιν για να ελέγξεις έναν αγώνα. Μερικές φορές αρκεί να έχεις τοποθετηθεί σωστά ώστε η πάσα που θέλει να δώσει ο αντίπαλος να μην επιχειρηθεί ποτέ.
Ο Φρόιλερ έδινε στον Ολυμπιακό αυτή την ισορροπία. Όταν ο Πουέρτα ανέβαινε επιθετικά προς τον κάτοχο, εκείνος προστάτευε το επόμενο επίπεδο. Όταν η μπάλα πήγαινε στην πλευρά, φρόντιζε να μην ανοίγει εύκολα η πάσα προς το εσωτερικό. Και όταν οι γηπεδούχοι κέρδιζαν κατοχή, δεν έψαχνε αυτομάτως τη δύσκολη κάθετη· αρκετές φορές η σωστή επιλογή ήταν απλώς να κρατήσει την ομάδα μαζί και να εμποδίσει το ντέρμπι να γίνει ένα παιχνίδι συνεχόμενων μεταβάσεων.
Ο Παναθηναϊκός εκεί δυσκολεύτηκε περισσότερο. Οι αποστάσεις του μεγάλωσαν και ο Ανδρέας Τεττέη έμενε αρκετές φορές αποκομμένος από τους παίκτες που έπρεπε να τον υποστηρίξουν. Όταν μια ομάδα δεν μπορεί να βρει τον κεντρικό της χαφ με πρόσωπο και ταυτόχρονα δεν κερδίζει αρκετές δεύτερες μπάλες από το άμεσο παιχνίδι, τότε αρχίζει να επιτίθεται σε κομμάτια και όχι ως σύνολο. Το ντέρμπι είχε πολλά τέτοια λεπτά για τον Παναθηναϊκό.
Ο Ρέτσος δεν ξεχώρισε μόνο επειδή σκόραρε
Το γκολ ήρθε από στατική φάση στο 34'. Ο Φορτούνης εκτέλεσε, ο Φρόιλερ πήρε την πρώτη κεφαλιά και ο Παναγιώτης Ρέτσος εμφανίστηκε εκεί όπου πρέπει να εμφανίζεται ο δεύτερος παίκτης στη συνέχεια μιας στατικής φάσης. Σε αγώνα με λίγες πραγματικά καθαρές ευκαιρίες, η συγκεκριμένη λεπτομέρεια ήταν αρκετή για να αποφασίσει το σκορ.
Αν μείνουμε όμως στο γκολ, αδικούμε την εμφάνισή του. Ο Τεττέη είναι δύσκολος αντίπαλος επειδή μπορεί να παίξει πάνω στον στόπερ, να τον αναγκάσει σε σωματική επαφή και στη συνέχεια να επιτεθεί στον χώρο με ταχύτητα. Το λάθος απέναντί του είναι να προσπαθήσεις να κερδίσεις κάθε φάση πολύ νωρίς. Ο Ρέτσος ήταν υπομονετικός, προστάτευσε την πλάτη του και αρκετές φορές προτίμησε να καθυστερήσει τη δράση μέχρι να επιστρέψει βοήθεια αντί να ψάξει εντυπωσιακό κλέψιμο.
Αυτή είναι η λεπτομέρεια που ξεχωρίζει έναν στόπερ σε καλή βραδιά από έναν στόπερ που απλώς έκανε πολλά κοψίματα. Η άμυνα δεν είναι διαγωνισμός επεμβάσεων. Είναι κυρίως διαχείριση χώρου, απόστασης και χρόνου, και ο Ρέτσος τα έκανε και τα τρία σε υψηλό επίπεδο.
Η αποβολή άλλαξε τη γεωμετρία, όχι την ψυχολογία του Ολυμπιακού
Στο 65'-66' ο Σάλιακας είδε δεύτερη κίτρινη και ο αγώνας απέκτησε μια εντελώς διαφορετική μορφή. Ο Παναθηναϊκός είχε περίπου μισή ώρα με αριθμητικό πλεονέκτημα, κάτι που θεωρητικά θα έπρεπε να αναγκάσει τον Ολυμπιακό να υπερασπιστεί συνεχώς την περιοχή του. Το έκανε σε κάποιο βαθμό, αλλά όχι με τον χαοτικό τρόπο που συνήθως υπονοούμε όταν λέμε ότι μια ομάδα "κλείστηκε".
Ο Αλγκουαθίλ πέρασε την ομάδα σε 4-4-1 και το πρώτο ζητούμενο ήταν να προστατεύσει το πλάτος. Με δέκα παίκτες, το μεγαλύτερο λάθος είναι να τραβήξεις υπερβολικά τους δύο κεντρικούς μέσους προς τις πλευρές και να ανοίξεις διάδρομο μπροστά από τα στόπερ. Ο Ολυμπιακός προσπάθησε να κρατήσει τις δύο τετράδες αρκετά κοντά, αφήνοντας σε μεγαλύτερο βαθμό τον Παναθηναϊκό να κυκλοφορεί έξω από το αμυντικό του σχήμα.
Αυτό εξηγεί και γιατί η κατοχή των "πράσινων" μετά την αποβολή δεν μετατράπηκε σε ανάλογο αριθμό καθαρών τελικών. Το αριθμητικό πλεονέκτημα από μόνο του δεν δημιουργεί φάσεις. Για να το εκμεταλλευτείς πρέπει να μετακινήσεις γρήγορα την άμυνα από πλευρά σε πλευρά, να δημιουργήσεις δύο εναντίον ενός στο άκρο και κυρίως να έχεις παίκτες που επιτίθενται στην περιοχή όταν η μπάλα φτάσει στη γραμμή.
Ο Παναθηναϊκός είχε περισσότερη μπάλα, αλλά πολύ λιγότερη μετακίνηση του αντιπάλου απ' όση χρειαζόταν.
Ο Παναθηναϊκός είχε έναν παίκτη περισσότερο, όχι απαραίτητα μία λύση περισσότερο
Ο Τζέικομπ Νίστρουπ προσπάθησε να αλλάξει την εικόνα ήδη από την ανάπαυλα, βάζοντας Ανάς Σαλάχ-Εντίν και Κινγκς Κανγκουά, ενώ αργότερα πέρασαν οι Λιβάι Γκαρσία και Σίριλ Ντέσερς. Οι αλλαγές αύξησαν την επιθετική παρουσία και έδωσαν περισσότερους παίκτες κοντά στην περιοχή, χωρίς όμως να λύσουν το αρχικό πρόβλημα: ο Παναθηναϊκός δεν κατάφερνε να δημιουργήσει αρκετές κατοχές στις οποίες κάποιος θα δεχόταν την μπάλα μεταξύ της μεσαίας και της αμυντικής γραμμής με χρόνο να γυρίσει.
Με δέκα αντιπάλους, είναι εύκολο να πέσεις στην παγίδα του "βάζω ακόμη έναν επιθετικό". Το δύσκολο είναι να δημιουργήσεις τις συνθήκες ώστε αυτός ο επιθετικός να πάρει πραγματικά καλές μπάλες. Αν η κυκλοφορία γίνεται αργά και ο αντίπαλος προλαβαίνει να μετατοπίσει το μπλοκ του, τότε απλώς συγκεντρώνεις περισσότερα σώματα μέσα σε μικρότερο χώρο.
Εκεί ο Παναθηναϊκός δεν είχε την απαραίτητη ταχύτητα. Η μπάλα περνούσε από τη μία πλευρά στην άλλη, αλλά χωρίς αρκετές αλλαγές θέσης πίσω από τη γραμμή πίεσης του Ολυμπιακού. Οι σέντρες και οι προσπάθειες από έξω ήταν συνέπεια αυτού του προβλήματος, όχι λύση.
Ακόμη και ο ίδιος ο Νίστρουπ αναγνώρισε μετά το παιχνίδι ότι η ομάδα του δεν διαχειρίστηκε καλά την πίεση του Ολυμπιακού και δεν απέδωσε στο επίπεδο που μπορούσε. Αυτό είναι μάλλον πιο χρήσιμο από το να ψάχνει κανείς αν το ντέρμπι κρίθηκε αποκλειστικά σε μία στατική φάση.
Το πιο σημαντικό για τον Ολυμπιακό δεν είναι οι τρεις βαθμοί
Το 1-0 έφερε τον Ολυμπιακό στους 13 βαθμούς, δύο πίσω από τον Παναθηναϊκό, και έκοψε ένα αήττητο 13 αγώνων των "πράσινων". Αυτά είναι τα στοιχεία που θα φαίνονται στη βαθμολογία και έχουν προφανή σημασία για έναν αγώνα που μπορούσε να ανοίξει τη διαφορά στους οκτώ.
Για τον Αλγκουαθίλ, όμως, υπάρχει κάτι πιο χρήσιμο. Ο Ολυμπιακός έδειξε για πρώτη φορά τόσο καθαρά πώς θέλει να αμύνεται μπροστά και όχι πίσω. Δεν περίμενε τον Παναθηναϊκό στην περιοχή του από φόβο μήπως ανοίξει χώρους. Πήγε να του αφαιρέσει χρόνο στην πρώτη και δεύτερη πάσα, έχοντας πίσω από την πίεση αρκετά καλή ισορροπία ώστε να μη μετατραπεί κάθε χαμένη μονομαχία σε καθαρή μετάβαση προς την εστία του Στέφαν Ορτέγκα.
Αυτό είναι πολύ σημαντικότερο για την εξέλιξη μιας ομάδας από το "κερδίσαμε ένα ντέρμπι". Ο Αλγκουαθίλ προσπαθεί να φτιάξει έναν Ολυμπιακό που θα παίζει με αρκετούς παίκτες μπροστά από την μπάλα, θα πιέζει επιθετικά μετά την απώλεια και θα κρατά την αμυντική γραμμή σε ύψος που θα του επιτρέπει να ξαναρχίζει γρήγορα την επίθεση. Για να λειτουργήσει αυτό χρειάζεται συντονισμό, γιατί μία καθυστερημένη έξοδος χαφ ή ένα μπακ που μένει δύο μέτρα πιο πίσω μπορεί να καταστρέψει ολόκληρη την πίεση.
Στο ντέρμπι, για μεγάλα διαστήματα, οι αποστάσεις ήταν σωστές.
Και ο Παναθηναϊκός δεν χρειάζεται να καταστρέψει ό,τι έχτισε
Η πρώτη ήττα μετά από 13 παιχνίδια δεν είναι λόγος για να ξαναγραφτεί η σεζόν του Παναθηναϊκού. Παραμένει πρώτος και έχει ήδη δείξει αρκετά στοιχεία μιας ομάδας που μπορεί να ελέγχει παιχνίδια με διαφορετικούς τρόπους. Αυτό που αποκάλυψε το "Καραϊσκάκης" ήταν περισσότερο μια συγκεκριμένη αδυναμία: όταν ο αντίπαλος αφαίρεσε τον χρόνο από τους κεντρικούς του χαφ και του ζήτησε να χτίσει υπό συνεχή πίεση, η ανάπτυξη έγινε πολύ πιο επίπεδη.
Για τον Νίστρουπ, αυτή είναι χρήσιμη πληροφορία. Χρειάζεται καλύτερη αξιοποίηση του ελεύθερου παίκτη στην πρώτη γραμμή, περισσότερες κινήσεις χαφ έξω από τη σκιά της πίεσης και μεγαλύτερη ταχύτητα όταν η μπάλα φτάνει σε πλευρά όπου έχει ήδη δημιουργηθεί υπεραριθμία. Και απέναντι σε δέκα, χρειάζεται λιγότερη βιασύνη να γεμίσει την περιοχή και περισσότερη δουλειά για να ανοίξει πρώτα την άμυνα.
Το ντέρμπι δεν απέδειξε ότι ο Ολυμπιακός έγινε ξαφνικά η καλύτερη ομάδα του πρωταθλήματος ούτε ότι ο Παναθηναϊκός έχασε όσα έχτισε. Απέδειξε κάτι πολύ πιο συγκεκριμένο και γι' αυτό πιο ενδιαφέρον: όταν το παιχνίδι παίχτηκε έντεκα εναντίον έντεκα, ο Ολυμπιακός είχε πιο καθαρή ιδέα για το πού ήθελε να οδηγήσει τον αντίπαλό του.
Όταν έμεινε με δέκα, είχε επίσης πιο καθαρή ιδέα για το πώς ήθελε να προστατεύσει αυτό που είχε κερδίσει.
Γι' αυτό το γκολ του Ρέτσου έκρινε το σκορ, αλλά δεν εξηγεί το αποτέλεσμα. Το αποτέλεσμα εξηγείται από όσα έγιναν πριν και μετά από εκείνη τη φάση: τον τρόπο που έκλεισε ο άξονας, τις αποστάσεις Πουέρτα και Φρόιλερ, την υπομονή του Ρέτσου πάνω στον Τεττέη και την πειθαρχία μιας ομάδας που, όταν έχασε έναν παίκτη, δεν έχασε μαζί και το σχήμα της.
Αυτά συνήθως κερδίζουν τα μεγάλα παιχνίδια.
Τα υπόλοιπα είναι για τα στιγμιότυπα.
