Λίγοι ηθοποιοί κουβαλούσαν τόσο μεγάλο ταλέντο όσο ο Richard Burton. Η βαθιά, σχεδόν μουσική φωνή του μπορούσε να γεμίσει ένα θέατρο χωρίς μικρόφωνο, η παρουσία του στην οθόνη ήταν μαγνητική και οι μεγαλύτεροι κριτικοί της εποχής τον αντιμετώπιζαν ως τον φυσικό διάδοχο του Laurence Olivier. Στα μάτια πολλών, ήταν ο άνθρωπος που θα όριζε την υποκριτική του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα.
Κι όμως, η ιστορία του δεν γράφτηκε μόνο πάνω στη σκηνή ή μπροστά από τις κινηματογραφικές κάμερες. Γράφτηκε και μέσα σε ποτήρια ουίσκι, μπουκάλια βότκας και ατελείωτες νύχτες όπου το αλκοόλ λειτουργούσε ως παρηγοριά, καταφύγιο και τελικά ως ο μεγαλύτερος εχθρός του.
Ένα παιδί από την Ουαλία που γεννήθηκε για τη σκηνή
Ο Richard Burton γεννήθηκε το 1925 ως Richard Walter Jenkins Jr. στο χωριό Pontrhydyfen της Ουαλίας. Ήταν το δωδέκατο από δεκατρία παιδιά μιας φτωχής οικογένειας ανθρακωρύχων. Η μητέρα του πέθανε λίγες ημέρες μετά τη γέννηση του μικρότερου αδελφού του και ο ίδιος μεγάλωσε ουσιαστικά χωρίς μητρική παρουσία, ενώ ο πατέρας του ήταν γνωστός στην περιοχή για την αδυναμία του στο ποτό.
Η ζωή του θα μπορούσε εύκολα να ακολουθήσει τον ίδιο δρόμο με εκείνη χιλιάδων παιδιών της εργατικής Ουαλίας. Όμως ένας καθηγητής, ο Philip Burton, διέκρινε κάτι ξεχωριστό στον νεαρό Richard. Τον βοήθησε να μορφωθεί, να καλλιεργήσει τη φωνή και την εκφορά του λόγου του και ουσιαστικά τον υιοθέτησε πνευματικά. Από εκείνον δανείστηκε και το επώνυμο με το οποίο θα γινόταν διάσημος.
Δεν άργησε να κατακτήσει το βρετανικό θέατρο. Οι ερμηνείες του στον Σαίξπηρ θεωρήθηκαν συγκλονιστικές και οι κριτικοί μιλούσαν για έναν ηθοποιό που συνδύαζε τη δύναμη ενός αρχαίου τραγικού με τη γοητεία ενός κινηματογραφικού σταρ.
Το Χόλιγουντ δεν άργησε να χτυπήσει την πόρτα του. Ταινίες όπως το The Robe, το Becket, το The Spy Who Came in from the Cold, το Who's Afraid of Virginia Woolf? και το The Lion in Winter τον καθιέρωσαν ως έναν από τους κορυφαίους ηθοποιούς της εποχής του. Συνολικά προτάθηκε επτά φορές για Όσκαρ χωρίς να το κερδίσει ποτέ, κάτι που ακόμη και σήμερα θεωρείται μία από τις μεγαλύτερες αδικίες στην ιστορία της Ακαδημίας.
Όταν το ποτό σταμάτησε να είναι διασκέδαση
Ο Burton αγαπούσε το αλκοόλ πολύ πριν γίνει διάσημος. Όπως πολλοί Βρετανοί της γενιάς του, έβλεπε το ποτό ως μέρος της κοινωνικής ζωής, της παρέας και του θεάτρου. Σταδιακά, όμως, η συνήθεια μετατράπηκε σε εξάρτηση. Σε μια από τις πιο γνωστές συνεντεύξεις του, στον Dick Cavett, περιέγραψε τον αλκοολισμό με μια φράση που έμεινε στην ιστορία:
"Κανείς δεν ξέρει ποιο είναι εκείνο το ποτό που σε μετατρέπει από έναν ευχάριστο πότη σε έναν δυστυχισμένο αλκοολικό."
Η φράση δεν ήταν φιλοσοφία. Ήταν αυτοβιογραφία. Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1970 η κατάσταση είχε ξεφύγει. Βιογράφοι του αναφέρουν ότι έφτανε να καταναλώνει καθημερινά τεράστιες ποσότητες ουίσκι και βότκας, πολλές φορές από το πρωί. Οι γιατροί τον προειδοποιούσαν διαρκώς, όμως εκείνος δυσκολευόταν να φανταστεί μια ζωή χωρίς αλκοόλ.
Το πιο εντυπωσιακό ήταν πως, ακόμη και σε αυτή την κατάσταση, συνέχιζε να αποδίδει. Σκηνοθέτες και συμπρωταγωνιστές περιέγραφαν έναν άνθρωπο που μπορούσε να εμφανιστεί εμφανώς μεθυσμένος, να σταθεί μπροστά στην κάμερα και λίγα λεπτά αργότερα να παραδώσει μια ερμηνεία που άφηνε τους πάντες άφωνους.
Το χάρισμά του δεν εξαφανίστηκε ποτέ. Απλώς έδινε ολοένα και πιο άνιση μάχη απέναντι στην εξάρτησή του.
Ο έρωτας με την Elizabeth Taylor και η κοινή τους αυτοκαταστροφή
Αν υπάρχει ένα ειδύλλιο που συμβολίζει το Χόλιγουντ της δεκαετίας του '60, αυτό είναι εκείνο του Richard Burton και της Elizabeth Taylor.
Γνωρίστηκαν στα γυρίσματα της Cleopatra, όταν και οι δύο ήταν παντρεμένοι. Η σχέση τους προκάλεσε παγκόσμιο σκάνδαλο, έγινε πρωτοσέλιδο σε κάθε εφημερίδα του πλανήτη και ακόμη και το Βατικανό καταδίκασε δημόσια τον δεσμό τους. Παντρεύτηκαν, χώρισαν, ξαναπαντρεύτηκαν και ξαναχώρισαν. Ήταν δύο άνθρωποι που αγαπήθηκαν βαθιά αλλά δεν κατάφεραν ποτέ να βρουν ηρεμία μαζί. Το αλκοόλ έπαιξε καθοριστικό ρόλο.
Ο Burton κατέγραφε στα προσωπικά του ημερολόγια ότι φοβόταν πως και οι δύο ζούσαν μέσα σε μια συνεχή ομίχλη, όπου οι καβγάδες, οι συμφιλιώσεις και τα ξενύχτια επαναλαμβάνονταν χωρίς τέλος. Ήξερε ότι το ποτό κατέστρεφε τον γάμο του, αλλά δεν μπορούσε να το σταματήσει.
Η Elizabeth Taylor προσπάθησε πολλές φορές να τον βοηθήσει. Άλλοτε τον πίεζε να μπει σε πρόγραμμα απεξάρτησης και άλλοτε προσπαθούσε να περιορίσει η ίδια την κατανάλωσή της. Καμία από τις δύο προσπάθειες δεν κράτησε για πολύ. Η αγάπη τους αποδείχθηκε ισχυρή. Ο εθισμός του, όμως, αποδείχθηκε ισχυρότερος.
Όταν η πραγματικότητα ξεπέρασε τον μύθο
Το 1974, κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων της ταινίας The Klansman, η κατάσταση έγινε σχεδόν τραγική.
Συνάδελφοί του θυμούνταν ότι πολλές φορές δεν μπορούσε να σταθεί όρθιος από το ποτό. Σκηνές τροποποιήθηκαν για να κάθεται ή να στηρίζεται, ενώ χρόνια αργότερα ο ίδιος παραδέχθηκε ότι δεν θυμόταν καν πως είχε συμμετάσχει στην ταινία. Ήταν το σημείο όπου ακόμη και ο ίδιος κατάλαβε ότι είχε χάσει τον έλεγχο.
Ακολούθησαν νοσηλείες, αποτοξινώσεις, φαρμακευτικές αγωγές και αρκετές αποτυχημένες προσπάθειες να σταματήσει το ποτό. Υπήρξαν περίοδοι αποχής, όμως η επιστροφή στο αλκοόλ ερχόταν σχεδόν πάντα.
Ταυτόχρονα, το σώμα του άρχισε να καταρρέει. Προβλήματα στο ήπαρ, στα νεφρά, στο κυκλοφορικό και στο αναπνευστικό επιδεινώνονταν χρόνο με τον χρόνο. Το γεγονός ότι κάπνιζε ασταμάτητα επιβάρυνε ακόμη περισσότερο την υγεία του.
Στις 5 Αυγούστου 1984 υπέστη εγκεφαλική αιμορραγία ως επιπλοκή μιας μακροχρόνιας ασθένειας και πέθανε στη Γενεύη. Ήταν μόλις 58 ετών. Ο Richard Burton άφησε πίσω του επτά υποψηφιότητες για Όσκαρ, αμέτρητες θεατρικές ερμηνείες που θεωρούνται σήμερα υποδειγματικές και μια φωνή που εξακολουθεί να θεωρείται μία από τις σπουδαιότερες στην ιστορία του κινηματογράφου.
Άφησε, όμως, και κάτι ακόμη. Μια υπενθύμιση ότι η ιδιοφυΐα δεν προσφέρει ανοσία απέναντι στους προσωπικούς δαίμονες.