Τα τελευταία χρόνια παρατηρούμε ολοένα και μεγαλύτερο ενδιαφέρον γύρω από το κρασί στη χώρα μας. Πιστεύετε ότι το επίπεδο γνώσεων των Ελλήνων επαγγελματιών της εστίασης έχει ανέβει ουσιαστικά σε σχέση με πριν από μία δεκαετία; Των καταναλωτών;
Η εξέλιξη είναι αναμφισβήτητη και ιδιαίτερα ενθαρρυντική. Αν συγκρίνουμε τη σημερινή εικόνα με εκείνη πριν από δέκα χρόνια, διαπιστώνουμε ότι τόσο οι επαγγελματίες της εστίασης όσο και οι Έλληνες καταναλωτές έχουν κάνει σημαντικά βήματα προς μια πιο ουσιαστική σχέση με το κρασί.
Σε ολοένα και περισσότερους χώρους εστίασης, η γνώση αποτελεί πλέον στοιχείο της φιλοξενίας. Όλο και περισσότεροι επαγγελματίες επενδύουν στην εκπαίδευση, κατανοούν τη σημασία μιας σωστά δομημένης wine list, αντιλαμβάνονται τη δυναμική του food & wine pairing και αντιμετωπίζουν το κρασί όχι ως ένα συμπληρωματικό προϊόν, αλλά ως αναπόσπαστο μέρος της γαστρονομικής εμπειρίας.
Φυσικά, εξακολουθούν να υπάρχουν περιθώρια βελτίωσης, όμως η πρόοδος είναι ουσιαστική και δημιουργεί αισιοδοξία. Αντίστοιχα, έχει αλλάξει αισθητά και ο ίδιος ο καταναλωτής. Σήμερα είναι πιο ενημερωμένος, πιο απαιτητικός και περισσότερο πρόθυμος να ανακαλύψει νέες ποικιλίες, νέες περιοχές και νέους παραγωγούς. Δεν επιλέγει πλέον αποκλειστικά με βάση την ετικέτα ή τη φήμη ενός κρασιού.

Ποιοι είναι οι σημαντικότεροι παράγοντες που οδήγησαν προς αυτή την κατεύθυνση;
Η εξέλιξη αυτή είναι αποτέλεσμα πολλών διαφορετικών παραγόντων που λειτούργησαν συμπληρωματικά τα τελευταία χρόνια. Καταρχάς, έχουν γίνει σημαντικά βήματα στην ποιοτική εξέλιξη των ελληνικών κρασιών. Οι Έλληνες παραγωγοί επενδύουν συστηματικά στην ποιότητα, στην καινοτομία και στην ανάδειξη της μοναδικότητας του ελληνικού αμπελώνα. Οι γηγενείς ποικιλίες, η διαφορετική έκφραση ενός τόπου —αυτό που αποδίδουμε με τον όρο "terroir"— και η σύγχρονη οινοποιητική προσέγγιση έδωσαν στα ελληνικά κρασιά μια ισχυρή ταυτότητα και σημαντική διεθνή αναγνώριση.
Εξίσου σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε η εκπαίδευση. Η ανάπτυξη προγραμμάτων οινικής κατάρτισης, η ενίσχυση του θεσμού των sommeliers, οι γευσιγνωσίες, οι εκθέσεις και τα επισκέψιμα οινοποιεία δημιούργησαν μια νέα γενιά επαγγελματιών και καταναλωτών που προσεγγίζουν το κρασί με μεγαλύτερη γνώση και αυτοπεποίθηση.
Καθοριστική υπήρξε επίσης η εξωστρέφεια του οινικού κόσμου. Ο οινικός τουρισμός, η ευκολία των ταξιδιών, η άμεση πρόσβαση στην πληροφορία μέσω των ψηφιακών μέσων και των κοινωνικών δικτύων φέρνουν τον οινόφιλο —είτε είναι καταναλωτής είτε επαγγελματίας της εστίασης— πιο κοντά στον κόσμο του κρασιού από ποτέ άλλοτε. Αυτό δεν αφορά μόνο το ελληνικό κρασί, αλλά συνολικά την παγκόσμια οινική πραγματικότητα.

Παράλληλα, η γαστρονομία στην Ελλάδα έχει γνωρίσει μια εντυπωσιακή ποιοτική αναβάθμιση. Οι σύγχρονες επιχειρήσεις εστίασης αντιλαμβάνονται πλέον τον σημαντικό ρόλο του κρασιού στη συνολική εμπειρία του πελάτη. Μια προσεγμένη wine list, η σωστή πρόταση συνδυασμού φαγητού και κρασιού και η επένδυση στην εξυπηρέτηση δημιουργούν προστιθέμενη αξία τόσο για τον επισκέπτη όσο και για την ίδια την επιχείρηση.
Πόσο σημαντική πιστεύετε πως είναι η συνεχής εκπαίδευση για έναν σομελιέ ή έναν επαγγελματία της πρώτης γραμμής, όπως ο σερβιτόρος ή ο bartender, ώστε να μπορεί να προτείνει σωστά ένα κρασί;
Η συνεχής εκπαίδευση δεν αποτελεί απλώς ένα ανταγωνιστικό πλεονέκτημα αλλά και προϋπόθεση για την παροχή υψηλού επιπέδου φιλοξενίας. Και αυτό δεν αφορά μόνο τον sommelier, αλλά κάθε επαγγελματία της πρώτης γραμμής που έρχεται σε επαφή με τον επισκέπτη - τους σερβιτόρους, τους bartenders και συνολικά την ομάδα εξυπηρέτησης.
Ο σύγχρονος καταναλωτής είναι πιο ενημερωμένος και πιο απαιτητικός από ποτέ. Δεν αναζητά απλώς μια σωστή πρόταση κρασιού· αναζητά έναν άνθρωπο που θα τον καθοδηγήσει, θα κατανοήσει τις προτιμήσεις του και θα του προσφέρει μια ολοκληρωμένη εμπειρία. Αυτή η εμπιστοσύνη δεν χτίζεται με αποστήθιση ετικετών ή τεχνικών χαρακτηριστικών. Χτίζεται μέσα από τη γνώση, τη συνεχή μάθηση και, κυρίως, μέσα από τη δυνατότητα να επικοινωνείς το κρασί με απλό, ουσιαστικό και ανθρώπινο τρόπο.

Επίσης, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το κρασί εξελίσσεται διαρκώς. Νέες οινοποιητικές προσεγγίσεις, νέες τάσεις κατανάλωσης, η ανάδειξη νέων γηγενών ποικιλιών, η βιωσιμότητα και η κλιματική αλλαγή διαμορφώνουν συνεχώς νέα δεδομένα.
Επομένως, η εκπαίδευση δεν μπορεί να είναι μια διαδικασία που ολοκληρώνεται κάποια στιγμή· είναι μια διαρκής πορεία εξέλιξης. Παράλληλα, θεωρώ ότι οι επιχειρήσεις που επενδύουν συστηματικά στην εκπαίδευση των ανθρώπων τους δεν αναβαθμίζουν μόνο το επίπεδο των υπηρεσιών τους. Δημιουργούν ομάδες με αυτοπεποίθηση, επαγγελματισμό και κοινή κουλτούρα φιλοξενίας. Και αυτό τελικά αποτυπώνεται σε κάθε επαφή με τον πελάτη.
Η εκπαίδευση αφορά πλέον μόνο τους επαγγελματίες ή βλέπετε ότι και οι ίδιοι οι καταναλωτές αναζητούν περισσότερη γνώση μέσα από γευσιγνωσίες, σεμινάρια και wine events;
Τα τελευταία χρόνια βλέπουμε ολοένα και μεγαλύτερη συμμετοχή ιδιωτών καταναλωτών —με την ιδιότητα του οινόφιλου και όχι του επαγγελματία— σε δομημένα εκπαιδευτικά προγράμματα, γευσιγνωσίες, masterclasses, επισκέψεις σε οινοποιεία και εξειδικευμένα wine events.
Οι καταναλωτές θέλουν να γνωρίσουν τις ελληνικές και ξένες ποικιλίες, να ανακαλύψουν νέους παραγωγούς, να μάθουν τι σημαίνει terroir, πώς επηρεάζουν το έδαφος και το κλίμα τον χαρακτήρα ενός κρασιού και, κυρίως, να αποκτήσουν την αυτοπεποίθηση να επιλέγουν με προσωπικά κριτήρια. Αναμφίβολα, η γνώση δεν αποτελεί πλέον αποκλειστικό προνόμιο των επαγγελματιών. Έχει γίνει μια συνειδητή επιλογή και για τους ίδιους τους καταναλωτές, οι οποίοι επιθυμούν να κατανοήσουν βαθύτερα τον κόσμο του κρασιού και όχι απλώς να τον απολαμβάνουν. Ταυτόχρονα, όσο περισσότερο κατανοούν το κρασί, τόσο περισσότερο μπορούν να το απολαμβάνουν.
Αν έπρεπε να περιγράψετε τον σημερινό Έλληνα οινόφιλο, ποια χαρακτηριστικά θα ξεχωρίζατε; Είναι πιο ενημερωμένος, πιο τολμηρός ή εξακολουθεί να επιλέγει με βάση τις γνώριμες ετικέτες;
Ο σημερινός Έλληνας οινόφιλος είναι σαφώς πιο ώριμος, πιο ενημερωμένος και, το σημαντικότερο, πιο ανοιχτός στον πειραματισμό και στη δοκιμή νέων γευστικών εμπειριών. Αν πριν από μερικά χρόνια οι επιλογές καθορίζονταν κυρίως από τη φήμη μιας ετικέτας ή από τη συνήθεια, σήμερα βλέπουμε έναν καταναλωτή που αναζητά την εμπειρία πίσω από το κρασί. Θέλει να γνωρίζει την προέλευση, την ποικιλία, τον άνθρωπο που το δημιούργησε, τη φιλοσοφία του οινοποιείου και την ιστορία που συνοδεύει κάθε φιάλη. Αυτή η περιέργεια είναι ίσως η μεγαλύτερη αλλαγή που έχει συντελεστεί τα τελευταία χρόνια.

Παράλληλα, ο Έλληνας οινόφιλος έχει γίνει πιο τολμηρός. Δοκιμάζει γηγενείς ποικιλίες που μέχρι πρόσφατα ήταν σχετικά άγνωστες στο ευρύ κοινό, αναζητά μικρούς παραγωγούς, πειραματίζεται με διαφορετικά στιλ οινοποίησης και είναι πρόθυμος να βγει έξω από τη "ζώνη άνεσής" του. Δεν φοβάται να εξερευνήσει, γιατί πλέον έχει αποκτήσει τα εφόδια για να αξιολογήσει αυτό που δοκιμάζει.
Βεβαίως, οι αναγνωρίσιμες ετικέτες εξακολουθούν να έχουν τη θέση τους. Είναι φυσικό να εμπνέουν εμπιστοσύνη και να αποτελούν σημείο αναφοράς για πολλούς καταναλωτές. Η διαφορά, όμως, είναι ότι σήμερα η επιλογή δεν γίνεται αποκλειστικά με βάση το όνομα. Η ποιότητα, η αυθεντικότητα και η προσωπική εμπειρία αποκτούν ολοένα και μεγαλύτερη βαρύτητα.
Ποιες είναι οι σημαντικότερες τάσεις που διαμορφώνουν σήμερα την αγορά του κρασιού; Υπάρχουν συγκεκριμένα στιλ, ποικιλίες ή κατηγορίες που βλέπετε να κερδίζουν συνεχώς έδαφος;
Βλέπουμε να αυξάνεται σταθερά το ενδιαφέρον για τις ελληνικές γηγενείς ποικιλίες, τόσο στην Ελλάδα όσο και διεθνώς. Ποικιλίες όπως το Ασύρτικο, το Ξινόμαυρο, το Αγιωργίτικο, η Μαλαγουζιά ή το Μοσχοφίλερο —για να αναφέρω μόνο μερικές— έχουν πλέον αποκτήσει ισχυρή ταυτότητα και αποδεικνύουν ότι ο ελληνικός αμπελώνας μπορεί να ξεχωρίσει όχι επειδή μιμείται τις μεγάλες οινοπαραγωγικές χώρες, αλλά επειδή προσφέρει κάτι πραγματικά μοναδικό.
Παράλληλα, παρατηρούμε μια σαφή στροφή προς πιο κομψά, ισορροπημένα και εκφραστικά κρασιά, με μεγαλύτερη έμφαση στη φρεσκάδα, στην ποικιλιακή έκφραση και σε κάποιες περιπτώσεις και στην ανάδειξη του τόπου που τα γέννησε. Οι καταναλωτές δείχνουν ολοένα μεγαλύτερο ενδιαφέρον για κρασιά που αποτυπώνουν τον χαρακτήρα του τόπου τους και όχι μόνο τη δύναμη ή τη συμπύκνωση.
Ταυτόχρονα, οι πρακτικές που σέβονται το περιβάλλον, η υπεύθυνη διαχείριση των φυσικών πόρων, η βιολογική και αναγεννητική καλλιέργεια, αλλά και η διαφάνεια απέναντι στον καταναλωτή αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη σημασία. Οι νέες γενιές ενδιαφέρονται όχι μόνο για το τι πίνουν, αλλά και για τον τρόπο με τον οποίο αυτό παράγεται.
Δεν μπορούμε επίσης να αγνοήσουμε τη δυναμική που αποκτούν οι αφρώδεις οίνοι, καθώς και τη σταδιακή ανάπτυξη της κατηγορίας των κρασιών με χαμηλότερο ή μηδενικό αλκοόλ. Αν και στην Ελλάδα τα τελευταία βρίσκονται ακόμη σε πρώιμο στάδιο, αντανακλούν μια ευρύτερη αλλαγή στις καταναλωτικές συνήθειες, όπου η ευεξία και η ισορροπημένη κατανάλωση αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη σημασία.
Η άνοδος της ελληνικής γαστρονομικής σκηνής έχει αλλάξει και τον τρόπο που οι καταναλωτές αντιμετωπίζουν το κρασί; Βλέπετε, για παράδειγμα, να δίνεται πλέον μεγαλύτερη σημασία στο σωστό food pairing;
Αναμφίβολα. Η εντυπωσιακή εξέλιξη της ελληνικής γαστρονομίας τα τελευταία χρόνια έχει επηρεάσει καθοριστικά και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε το κρασί. Σήμερα το κρασί δεν αποτελεί απλώς ένα συνοδευτικό του γεύματος· αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της συνολικής γαστρονομικής εμπειρίας. Η αναβάθμιση της εστίασης, η ανάδειξη της ελληνικής δημιουργικής κουζίνας και η παρουσία ολοένα και περισσότερων καταρτισμένων chefs και sommeliers έχουν συμβάλει στη δημιουργία μιας νέας κουλτούρας γύρω από το food & wine pairing.
Ο καταναλωτής αρχίζει πλέον να αντιλαμβάνεται ότι η σωστή επιλογή κρασιού μπορεί να αναδείξει ένα πιάτο, όπως ακριβώς και ένα εξαιρετικό πιάτο μπορεί να απογειώσει ένα κρασί. Πρόκειται για μια σχέση αλληλοσυμπλήρωσης, όπου το αποτέλεσμα είναι πολύ μεγαλύτερο από το άθροισμα των δύο.

Παράλληλα, παρατηρούμε ότι οι ίδιοι οι πελάτες είναι πλέον πιο δεκτικοί στις προτάσεις των επαγγελματιών. Δεν διστάζουν να ζητήσουν τη γνώμη του sommelier ή του προσωπικού της αίθουσας, να δοκιμάσουν έναν διαφορετικό συνδυασμό ή να ανακαλύψουν μια ποικιλία που ίσως δεν θα επέλεγαν μόνοι τους. Αυτό δείχνει ότι η εμπιστοσύνη προς την εξειδίκευση αυξάνεται και ότι το κρασί αντιμετωπίζεται ολοένα περισσότερο ως στοιχείο της εμπειρίας και όχι ως μια απλή επιλογή από τη λίστα.
Θεωρώ, ωστόσο, ότι το food pairing δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ένας αυστηρός κανόνας ή ως μια επίδειξη γνώσεων. Η ουσία του βρίσκεται στη δημιουργία αρμονίας και απόλαυσης. Ο ρόλος του επαγγελματία είναι να προτείνει συνδυασμούς που αναδεικνύουν τόσο το φαγητό όσο και το κρασί, λαμβάνοντας πάντοτε υπόψη τις προσωπικές προτιμήσεις του επισκέπτη. Η καλύτερη πρόταση δεν είναι απαραίτητα η πιο εντυπωσιακή αλλά εκείνη που κάνει τον πελάτη να απολαύσει περισσότερο τη στιγμή.
Παρατηρούμε ολοένα και μεγαλύτερο ενδιαφέρον για φυσικά κρασιά, πορτοκαλί κρασιά και αφρώδεις ετικέτες. Πρόκειται για μια μόδα ή για μια αλλαγή που ήρθε για να μείνει;
Πιστεύω ότι κάθε μεγάλη αλλαγή στην αγορά ξεκινά ως τάση, αλλά παραμένει μόνο όταν ανταποκρίνεται σε μια πραγματική ανάγκη του καταναλωτή. Φυσικά, οι τρεις κατηγορίες που αναφέρθηκαν αποτελούν ξεχωριστές περιπτώσεις. Κοινή τους παράμετρος είναι η έκφραση μιας βαθύτερης μεταβολής στον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι προσεγγίζουν το κρασί.

Ο σημερινός καταναλωτής αναζητά αυθεντικότητα, διαφορετικές εμπειρίες και προϊόντα με ξεχωριστή ταυτότητα. Τα λεγόμενα "φυσικά" (παρά το αδόκιμο του όρου) κρασιά και τα πορτοκαλί κρασιά απευθύνονται σε ένα κοινό που θέλει να εξερευνήσει νέες γευστικές εκφράσεις και να γνωρίσει διαφορετικές φιλοσοφίες οινοποίησης. Τα "φυσικά" κρασιά δεν σημαίνει ότι θα αντικαταστήσουν τα "κλασικά" κρασιά, όμως έχουν πλέον αποκτήσει μια σταθερή -μικρή βέβαια- θέση στον σύγχρονο οινικό κόσμο.
Ιδιαίτερα δυναμική θεωρώ και την πορεία των αφρωδών οίνων. Η κατηγορία αναπτύσσεται διεθνώς με σταθερό ρυθμό την τελευταία δεκαετία, με ορισμένες διακυμάνσεις βέβαια, καθώς οι καταναλωτές -λιγότερο συχνά στην Ελλάδα- δεν συνδέουν πλέον τον αφρώδη οίνο αποκλειστικά με τις γιορτές ή τις ειδικές περιστάσεις. Τον επιλέγουν ως συνοδευτικό ενός γεύματος, ως aperitif ή ακόμη και ως καθημερινή επιλογή -ιδιαίτερα στις πιο οικονομικές κατηγορίες αφρωδών- γεγονός που διευρύνει σημαντικά τις δυνατότητες της κατηγορίας.
Αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία, όμως, είναι να μην αντιμετωπίζουμε αυτές τις κατηγορίες μέσα από το δίπολο "μόδα ή παράδοση". Το κρασί ήταν πάντοτε ένας ζωντανός οργανισμός που εξελίσσεται μαζί με την κοινωνία και τις προτιμήσεις των ανθρώπων. Η καινοτομία δεν έρχεται να ακυρώσει την παράδοση· έρχεται να τη συμπληρώσει και να δημιουργήσει νέες ευκαιρίες έκφρασης.
Ποιες κατηγορίες κρασιών θεωρείτε ότι αξίζει να ανακαλύψει περισσότερο το ελληνικό κοινό τα επόμενα χρόνια και γιατί;
Θεωρώ ότι τα επόμενα χρόνια το ελληνικό κοινό αξίζει να ανακαλύψει ακόμη περισσότερο τα κρασιά που αναδεικνύουν τη μοναδικότητα του ελληνικού αμπελώνα. Πρώτα απ’ όλα, τα κρασιά από γηγενείς ποικιλίες, που αποτελούν το σημαντικότερο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα της χώρας μας και εκφράζουν με αυθεντικότητα τον τόπο και την οινική μας παράδοση. Δίπλα στις πιο γνωστές ποικιλίες που αναφέραμε νωρίτερα, αξίζει σίγουρα να γνωρίσει κανείς καλύτερα τη Ρομπόλα, τη Λημνιώνα, το Λιάτικο, το Σαββατιανό, το Βιδιανό, τη Μονεμβασιά και αρκετές ακόμη. Φυσικά, κάθε οινόφιλος που έχει γνήσιο ενδιαφέρον για αυτό το συναρπαστικό ποτό θα πρέπει να γνωρίζει τις κλασικές οινικές περιοχές του κόσμου στον βαθμό που μπορεί. Έτσι θα αποκτήσει μια καλύτερη και πιο αντικειμενική άποψη για τα κρασιά που δοκιμάζει στον τόπο του.

Πέρα, όμως, από τις επιμέρους κατηγορίες, θα ήθελα να δω τους Έλληνες καταναλωτές να επιλέγουν κρασί με μεγαλύτερη περιέργεια και αυτοπεποίθηση, δοκιμάζοντας διαφορετικές ποικιλίες, περιοχές και στιλ. Θα ήθελα επίσης να δω περισσότερους καταναλωτές να ανακαλύπτουν τον κόσμο των ελληνικών γλυκών οίνων. Πρόκειται για κρασιά με εξαιρετική ποιότητα, ιστορικό βάθος και διεθνείς διακρίσεις, τα οποία πολλές φορές παραμένουν υποτιμημένα στην ίδια τους τη χώρα. Όταν παρουσιάζονται σωστά και συνδυάζονται δημιουργικά με τη γαστρονομία -όχι μόνο με επιδόρπια αλλά και με τυριά ή ιδιαίτερα πιάτα- μπορούν να προσφέρουν πραγματικά μοναδικές εμπειρίες.
Ποιες είναι οι πιο συχνές παρανοήσεις που εξακολουθείτε να συναντάτε γύρω από το κρασί;
Υπάρχει μια κατηγορία παρανοήσεων που είναι πλέον αρκετά τετριμμένες, όπως ότι το κρέας ταιριάζει μόνο με κόκκινο κρασί και το ψάρι μόνο με λευκό κρασί ή ότι το λευκό κρασί καταναλώνεται καλύτερα πολύ κρύο, ενώ το κόκκινο σε θερμοκρασία περιβάλλοντος. Αυτές οι αντιλήψεις έχουν ξεκαθαριστεί σε μεγάλο βαθμό στους περισσότερους οινόφιλους καταναλωτές που διαθέτουν μια στοιχειώδη κατάρτιση και γνώση γύρω από το κρασί και την κατανάλωσή του.

Μια βαθύτερη παρανόηση που εξακολουθούμε να συναντάμε είναι ότι το κρασί αποτελεί κάτι πολύπλοκο και προσιτό μόνο σε ειδικούς. Στην πραγματικότητα, το κρασί είναι πάνω απ’ όλα μια εμπειρία απόλαυσης, πολιτισμού και κοινωνικότητας. Η γνώση ασφαλώς εμπλουτίζει αυτή την εμπειρία, αλλά δεν πρέπει ποτέ να λειτουργεί ως εμπόδιο.
Μια δεύτερη αντίληψη που σταδιακά αλλάζει είναι ότι η ποιότητα ταυτίζεται πάντα με την υψηλή τιμή ή με μια διάσημη ετικέτα. Σήμερα υπάρχουν εξαιρετικά κρασιά σε όλες τις κατηγορίες τιμής, ενώ ολοένα και περισσότεροι καταναλωτές ανακαλύπτουν τη χαρά της εξερεύνησης νέων ποικιλιών, περιοχών και παραγωγών σε προσιτές τιμές. Θεωρώ επίσης σημαντικό να ξεφύγουμε από τους απόλυτους κανόνες γύρω από τον συνδυασμό του κρασιού με το φαγητό. Δεν υπάρχουν "σωστές" επιλογές που ισχύουν για όλους· υπάρχουν αρμονικοί συνδυασμοί, αλλά και προσωπικές προτιμήσεις που αξίζει να γίνονται σεβαστές. Ο ρόλος των επαγγελματιών είναι να καθοδηγούν, όχι να επιβάλλουν.
Πώς συμβάλλει μια εταιρεία όπως η ΑΜΒΥΞ στην καλλιέργεια της οινικής κουλτούρας, τόσο στους επαγγελματίες όσο και στο ευρύ κοινό;
Η οινική κουλτούρα δεν διαμορφώνεται μόνο στο αμπέλι ή στο οινοποιείο. Διαμορφώνεται και στην αγορά. Μια εμπορική εταιρεία όπως η ΑΜΒΥΞ έχει έναν πολύ ουσιαστικό ρόλο, γιατί βρίσκεται στο σημείο όπου συναντώνται οι παραγωγοί, η αγορά και ο καταναλωτής. Δεν αρκεί να διανέμει ποιοτικά κρασιά - οφείλει να επιλέγει ετικέτες με ταυτότητα, να τις τοποθετεί σωστά στην αγορά και να δημιουργεί τις συνθήκες ώστε να αναδειχθούν.
Με αυτόν τον τρόπο επηρεάζει τις επιλογές των επαγγελματιών, διαμορφώνει τάσεις και συμβάλλει στην εξέλιξη της οινικής κουλτούρας συνολικά. Μέσα από τις επιλογές του χαρτοφυλακίου της, τις συνεργασίες που αναπτύσσει και τον τρόπο με τον οποίο τοποθετεί τα κρασιά στην εστίαση και το λιανεμπόριο, μπορεί να επηρεάσει ουσιαστικά τις τάσεις και τις προτιμήσεις του κοινού.
Ο ρόλος μας είναι να φέρνουμε στην αγορά κρασιά με ποιότητα, χαρακτήρα και αυθεντικότητα, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις ώστε ο καταναλωτής να ανακαλύπτει συνεχώς νέες εμπειρίες και οι παραγωγοί να βρίσκουν τη θέση που τους αξίζει.
Κλείνοντας, αν έπρεπε να δώσετε μία συμβουλή σε κάποιον που θέλει να γνωρίσει καλύτερα τον κόσμο του κρασιού αλλά δεν ξέρει από πού να ξεκινήσει, ποια θα ήταν αυτή;
Θα του έλεγα να αφήσει στην άκρη το άγχος ότι πρέπει να "ξέρει". Το κρασί δεν είναι ένα τεστ γνώσεων, αλλά μια εμπειρία απόλαυσης και ανακάλυψης. Να ξεκινήσει με περιέργεια και όχι με φόβο. Δεν χρειάζονται ειδικές γνώσεις για να αγαπήσει κανείς το κρασί - αρκεί να δοκιμάζει, να συγκρίνει και να είναι ανοιχτός σε νέες εμπειρίες.

Το καλύτερο κρασί δεν είναι το ακριβότερο ή το πιο διάσημο, αλλά εκείνο που του προσφέρει τη μεγαλύτερη απόλαυση. Να δοκιμάζει διαφορετικές ποικιλίες, περιοχές και στιλ, να μιλά με ανθρώπους που αγαπούν το κρασί και, κυρίως, να εμπιστεύεται το δικό του γούστο.