Το να ζει ένας άνδρας μόνος του μπορεί να σημαίνει περισσότερη ελευθερία, λιγότερους συμβιβασμούς και ένα σπίτι οργανωμένο ακριβώς όπως τον βολεύει. Μπορεί, όμως, να αλλάξει και ορισμένες καθημερινές συνήθειες με τρόπους που δεν γίνονται αμέσως αντιληπτοί. Μία από αυτές φαίνεται πως είναι η σχέση του με το αλκοόλ.

Στοιχεία ερευνών δείχνουν ότι οι άνδρες που ζουν μόνοι τείνουν να καταναλώνουν συχνότερα μεγάλες ποσότητες αλκοόλ σε σύγκριση με εκείνους που συγκατοικούν με σύντροφο, συγγενείς ή άλλους ανθρώπους. Η ίδια διαφορά, μάλιστα, δεν εμφανίζεται με αντίστοιχη ένταση στις γυναίκες.
Σύμφωνα με δεδομένα από τη διαχρονική αυστραλιανή έρευνα HILDA, η οποία παρακολουθεί την καθημερινότητα, την εργασία και την ευημερία των νοικοκυριών, το 39,4% των ανδρών που ζούσαν μόνοι κατανάλωνε συνήθως τουλάχιστον πέντε ή έξι ποτά κάθε φορά που έπινε. Στους άνδρες που μοιράζονταν το σπίτι τους με άλλους, το αντίστοιχο ποσοστό περιοριζόταν στο 30,7%.
Η διαφορά ήταν περισσότερο εμφανής στους άνδρες που βρίσκονταν στη δεκαετία των 30, αλλά και σε εκείνους άνω των 50 ετών. Αντίθετα, στις γυναίκες με βαριά κατανάλωση αλκοόλ, είτε ζούσαν μόνες είτε με άλλους, τα ποσοστά ανέρχονται σε 14,2% και 16% αντίστοιχα.

Γιατί, όμως, συμβαίνει αυτό; Μια πιθανή εξήγηση είναι η απουσία του κοινωνικού ελέγχου που υπάρχει μέσα σε ένα κοινό νοικοκυριό. Όταν δεν βρίσκεται κανείς δίπλα σου, είναι ευκολότερο να ανοίξεις ακόμη ένα ποτό, να χάσεις το μέτρημα ή να μετατρέψεις μια περιστασιακή επιλογή σε μέρος της βραδινής ρουτίνας. Δεν υπάρχει κάποιος για να σχολιάσει τη συχνότητα, να μοιραστεί το γεύμα ή απλώς να διακόψει μια συνήθεια που αρχίζει να γίνεται αυτόματη.
Υπάρχει και η ψυχολογική πλευρά. Η μοναχική διαβίωση δεν ισοδυναμεί απαραίτητα με μοναξιά. Για πολλούς αποτελεί συνειδητή και ευχάριστη επιλογή. Όταν, όμως, συνοδεύεται από κοινωνική απομόνωση, άγχος ή κακή διάθεση, το αλκοόλ μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως εύκολος τρόπος χαλάρωσης ή προσωρινής διαφυγής.
Το να πίνει κάποιος μόνος του χρειάζεται επίσης να διαχωριστεί από το να μένει μόνος. Πρόκειται για δύο διαφορετικές καταστάσεις. Μελέτη που εξέτασε τις συνήθειες ενηλίκων κατά την περίοδο της πανδημίας διαπίστωσε ότι η μοναχική διαβίωση από μόνη της δεν συνδεόταν υποχρεωτικά με περισσότερη ή πιο επικίνδυνη κατανάλωση. Εκείνοι, όμως, που ζούσαν χωρίς άλλον ενήλικα και έπιναν μόνοι στις περισσότερες περιστάσεις κατανάλωναν μεγαλύτερες ποσότητες.

Αυτό σημαίνει ότι το βασικό προειδοποιητικό σημάδι δεν είναι η διεύθυνση ή η οικογενειακή κατάσταση κάποιου, αλλά ο τρόπος με τον οποίο εντάσσεται το ποτό στην καθημερινότητά του. Ένα ποτήρι κρασί στο σπίτι δεν αποτελεί από μόνο του ένδειξη προβλήματος. Περισσότερη προσοχή χρειάζεται όταν η ποσότητα αυξάνεται σταδιακά, όταν το αλκοόλ γίνεται ο μόνιμος τρόπος διαχείρισης του στρες ή όταν κάποιος δυσκολεύεται να περάσει ένα βράδυ χωρίς αυτό.
Παράλληλα, τα συγκεκριμένα ευρήματα περιγράφουν μια στατιστική συσχέτιση και δεν αποδεικνύουν ότι η μοναχική διαβίωση προκαλεί βαριά κατανάλωση. Η σχέση μπορεί να επηρεάζεται από την ηλικία, το εισόδημα, την ψυχική υγεία, τις κοινωνικές επαφές ή μια προηγούμενη προβληματική σχέση με το αλκοόλ.
Το ουσιαστικό ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι απλώς αν ένας άνδρας μένει μόνος, αλλά τι συμβαίνει όταν κλείνει πίσω του η πόρτα. Αν το ποτό έχει γίνει η σταθερή παρέα του κάθε βράδυ, ίσως αξίζει να μετρήσει με ειλικρίνεια πόσο συχνά και πόσο πολύ πίνει. Γιατί οι συνήθειες που δεν βλέπει κανείς είναι συχνά εκείνες που περνούν πιο εύκολα απαρατήρητες.


