Το διάβασμα χάνει έδαφος τα τελευταία χρόνια και τα smartphones έχουν μεγάλο μέρος της ευθύνης.
Ο δημοσιογράφος Τζέιμς Μάριοτ έχει ασχοληθεί έντονα με αυτή την αλλαγή. Σε άρθρο του στο Substack είχε αναφέρει ότι στις ΗΠΑ η ανάγνωση για ευχαρίστηση έχει μειωθεί κατά 40% μέσα σε δύο δεκαετίες, ενώ στη Βρετανία περισσότεροι από ένας στους τρεις ενήλικες λένε ότι πλέον δεν διαβάζουν.
Το παράδοξο είναι ότι το δικό του κείμενο, παρότι είχε περισσότερες από 4.000 λέξεις, έγινε viral και συγκέντρωσε πάνω από 20.000 likes.
8 συνήθειες για πιο ουσιαστικό διάβασμα
Ο Μάριοτ συνέχισε να εξετάζει το θέμα και στο βιβλίο του The New Dark Ages. Εκεί υποστηρίζει ότι η πτώση της ανάγνωσης δεν επηρεάζει μόνο τις πωλήσεις βιβλίων, αλλά και τον τρόπο που σκεφτόμαστε, ενημερωνόμαστε και καταλαβαίνουμε τον κόσμο.
Όπως λέει:
"Η νοημοσύνη είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τον γραμματισμό. Αν χάσεις τον γραμματισμό, θα χάσεις και ένα μέρος της νοημοσύνης σου".
Κατά τη γνώμη του, τα σύντομα βίντεο και οι γρήγορες αναρτήσεις έχουν αρχίσει να παίρνουν τη θέση του κειμένου ως βασική πηγή πληροφορίας. Και αυτό κάνει πιο δύσκολη τη συγκέντρωση σε μια μεγάλη και σύνθετη ιδέα.
Ο ίδιος πιστεύει ότι τα βιβλία εξακολουθούν να έχουν ένα σημαντικό πλεονέκτημα: μας αναγκάζουν να σταματήσουμε, να σκεφτούμε και να μείνουμε περισσότερο χρόνο πάνω σε μια ιδέα.
Ακολουθούν οκτώ τρόποι που μπορούν να κάνουν το διάβασμα πιο ουσιαστικό.
01. Ξεκίνα από βιβλία που πραγματικά θέλεις να διαβάσεις
Το πρώτο βήμα δεν είναι να βάλεις αυστηρούς κανόνες στον εαυτό σου.
Είναι να βρεις κάτι που σε ενδιαφέρει.
Ο Μάριοτ θεωρεί ότι δεν υπάρχει λόγος να πιεζόμαστε να τελειώσουμε ένα βιβλίο μόνο και μόνο επειδή θεωρείται σημαντικό ή επειδή το έχουν διαβάσει όλοι οι άλλοι.
Όπως λέει, το σημαντικό είναι να ακολουθείς αυτό που σου κινεί πραγματικά την περιέργεια.
Αν ένα βιβλίο δεν σου δίνει τίποτα και το διάβασμα έχει μετατραπεί σε αγγαρεία, είναι πιθανό να το εγκαταλείψεις έτσι κι αλλιώς.
Η απόλαυση παίζει μεγάλο ρόλο.
Δεν έχει νόημα, για παράδειγμα, να προσπαθείς με το ζόρι να τελειώσεις μια τεράστια ιστορική μελέτη μόνο και μόνο για να πεις ότι την ολοκλήρωσες.
Το καλύτερο βιβλίο είναι πολλές φορές αυτό που σε κάνει να θέλεις να συνεχίσεις στην επόμενη σελίδα.
02. Δώσε στο βιβλίο περισσότερο από δέκα λεπτά
Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα σήμερα είναι ότι προσπαθούμε να χωρέσουμε το διάβασμα σε πολύ μικρά κενά της ημέρας.
Ο αρθρογράφος των Financial Times Τζάναν Γκανές είχε προτείνει να μη διαβάζουμε λιγότερες από 50 σελίδες κάθε φορά.
Ο Μάριοτ δεν θεωρεί απαραίτητο να ακολουθήσουν όλοι αυτόν τον κανόνα, όμως συμφωνεί με τη βασική ιδέα: χρειάζεται χρόνος για να μπεις πραγματικά μέσα σε ένα βιβλίο.
Δέκα λεπτά την ημέρα, κατά τη γνώμη του, συνήθως δεν αρκούν.
Ένας πιο ρεαλιστικός στόχος είναι περίπου μισή ώρα.
Και δεν χρειάζεται να γίνεται πάντα πριν από τον ύπνο.
Ο ίδιος προτιμά μερικές φορές να διαβάζει το πρωί, με ένα φλιτζάνι τσάι, αντί να ξεκινά αμέσως τη μέρα του κοιτώντας emails και οθόνες.
03. Θυμήσου ότι το ατελείωτο scrolling δεν μας κάνει απαραίτητα να περνάμε καλά
Κάποτε ο μεγάλος αντίπαλος του βιβλίου ήταν η τηλεόραση.
Η βασική ανησυχία ήταν ότι η τηλεόραση ήταν τόσο εύκολη και διασκεδαστική, ώστε ο κόσμος θα σταματούσε να διαβάζει.
Σήμερα, όμως, τα social media δημιουργούν ένα διαφορετικό πρόβλημα.
Ο Μάριοτ αναφέρεται στην ιδέα της "καταθλιπτικής ηδονής" του συγγραφέα Μαρκ Φίσερ.
Η λογική είναι απλή: συνεχίζεις να ψάχνεις το επόμενο μικρό πράγμα που θα σου δώσει ευχαρίστηση, όμως σχεδόν ποτέ δεν νιώθεις πραγματικά ικανοποιημένος.
Ένα βίντεο οδηγεί στο επόμενο, μετά σε άλλο ένα και τελικά μπορεί να έχουν περάσει δεκάδες λεπτά χωρίς να αισθάνεσαι ότι πήρες κάτι ουσιαστικό.
Το διάβασμα λειτουργεί διαφορετικά.
Ζητά περισσότερη προσπάθεια, αλλά μπορεί να αφήσει και πολύ πιο γεμάτη αίσθηση στο τέλος.
04. Μην θεωρείς ότι το audiobook είναι ακριβώς το ίδιο
Τα audiobooks είναι χρήσιμα και μπορούν να μας βοηθήσουν να γνωρίσουμε περισσότερα βιβλία.
Ο Μάριοτ, όμως, πιστεύει ότι η ακρόαση δεν προσφέρει ακριβώς την ίδια εμπειρία με την ανάγνωση.
Όταν έχεις το κείμενο μπροστά σου, μπορείς να σταματήσεις, να επιστρέψεις σε μια προηγούμενη παράγραφο και να διαβάσεις ξανά κάτι που δεν κατάλαβες.
Μπορείς επίσης να σκεφτείς περισσότερο ένα επιχείρημα και να αποφασίσεις αν πραγματικά συμφωνείς μαζί του.
Όπως εξηγεί:
"Η βύθιση που προκύπτει από την προσπάθεια να ερμηνεύσεις τη γλώσσα με τα μάτια σου είναι από μόνη της μια πολύ πιο πλούσια γνωστική εμπειρία".
Για τον ίδιο, αυτή η διαδικασία βοηθά ιδιαίτερα και στην κριτική σκέψη.
05. Ένα βιβλίο μπορεί να σε βάλει μέσα στο μυαλό κάποιου άλλου
Ένας από τους πιο δυνατούς λόγους για να διαβάζει κανείς λογοτεχνία είναι ότι μπορεί να δει τον κόσμο από τη θέση ενός άλλου ανθρώπου.
Ο κινηματογραφικός κριτικός Ρότζερ Ίμπερτ είχε αποκαλέσει κάποτε τον κινηματογράφο "μηχανή ενσυναίσθησης".
Ο Μάριοτ πιστεύει ότι το μυθιστόρημα μπορεί να πάει ακόμη πιο βαθιά.
Όπως λέει:
"Έχουμε μια τεχνολογία που σου επιτρέπει να ενώσεις το μυαλό σου με το μυαλό κάποιου άλλου".
Όταν ακολουθείς έναν χαρακτήρα για εκατοντάδες σελίδες, δεν βλέπεις απλώς τι κάνει.
Βλέπεις τους φόβους, τις σκέψεις, τις αμφιβολίες και τις επιθυμίες του.
Ο Μάριοτ αναφέρει ακόμη έρευνες σύμφωνα με τις οποίες, όταν διαβάζουμε για μια πράξη, ενεργοποιούνται στον εγκέφαλο περιοχές που σχετίζονται με την ίδια την πράξη.
Αν, για παράδειγμα, ένας χαρακτήρας τρέχει, μπορεί να ενεργοποιηθούν περιοχές που συνδέονται με την κίνηση των ποδιών.
06. Τα βιβλία μάς βοηθούν να βλέπουμε περισσότερο όσα έχουμε κοινά
Στις οθόνες βλέπουμε αμέσως πώς διαφέρει κάποιος από εμάς.
Η εμφάνιση, η ηλικία, τα ρούχα, το περιβάλλον και δεκάδες άλλες λεπτομέρειες είναι μπροστά στα μάτια μας.
Στη λογοτεχνία συμβαίνει κάτι διαφορετικό.
Ο Μάριοτ χρησιμοποιεί ως παράδειγμα την Τζέιν Όστεν και τη Λίζι Μπένετ.
Όταν διαβάζεις για έναν χαρακτήρα, δεν σκέφτεσαι συνέχεια τις εξωτερικές διαφορές που υπάρχουν μεταξύ σας.
Αντίθετα, αρχίζεις να βλέπεις πιο εύκολα τα κοινά συναισθήματα και τις σκέψεις.
Ζήλια, φόβος, αγάπη, αμηχανία, φιλοδοξία και ανασφάλεια είναι εμπειρίες που μπορούν να συνδέσουν έναν σημερινό αναγνώστη με έναν χαρακτήρα που γράφτηκε πριν από αιώνες.
Αυτός είναι ένας από τους λόγους που η λογοτεχνία μπορεί να μας κάνει πιο ανοιχτούς απέναντι στις εμπειρίες άλλων ανθρώπων.
07. Μην ξεχνάς πόση δουλειά κάνει ο εγκέφαλος όταν διαβάζεις
Η ανάγνωση μας φαίνεται σήμερα τόσο φυσική, ώστε ξεχνάμε ότι στην πραγματικότητα είναι μια πολύ σύνθετη δεξιότητα.
Η προφορική γλώσσα υπάρχει σε κάθε ανθρώπινη κοινωνία.
Η γραφή και η ανάγνωση, όμως, εμφανίστηκαν πολύ αργότερα στην ανθρώπινη ιστορία.
Ο Μάριοτ τονίζει πόσο παράξενο είναι, αν το σκεφτούμε, ότι κοιτάζουμε μικρά σημάδια πάνω σε μια σελίδα και ο εγκέφαλός μας τα μετατρέπει σε πρόσωπα, μέρη, ιδέες και ολόκληρες ιστορίες.
Επικαλείται επίσης τη νευροεπιστήμονα Μαριάν Γουλφ, η οποία έχει ασχοληθεί με το πόσο απαιτητική διαδικασία είναι η βαθιά ανάγνωση.
Όταν διαβάζουμε ένα μεγάλο μυθιστόρημα ή ένα δύσκολο ιστορικό βιβλίο, δεν δεχόμαστε απλώς έτοιμες εικόνες.
Τις φτιάχνουμε μέσα στο μυαλό μας.
Ο συγγραφέας μάς δίνει τις λέξεις και εμείς δημιουργούμε μεγάλο μέρος της εμπειρίας.
Όπως είχε πει ο Σάμιουελ Τζόνσον:
"Ο συγγραφέας απλώς ξεκινά ένα βιβλίο. Ο αναγνώστης το ολοκληρώνει".
08. Δες το διάβασμα όπως βλέπεις τη σωματική άσκηση
Ο Μάριοτ πιστεύει ότι σήμερα πρέπει να αντιμετωπίζουμε το διάβασμα πιο συνειδητά.
Το συγκρίνει με τη γυμναστική.
Κάποτε η καθημερινότητα μάς ανάγκαζε να κινούμαστε περισσότερο χωρίς να το σκεφτόμαστε. Σήμερα πολλοί χρειάζεται να βάζουν επίτηδες την άσκηση στο πρόγραμμά τους.
Κάτι παρόμοιο, λέει, έχει αρχίσει να συμβαίνει και με το μυαλό.
Παλαιότερα μεγάλο μέρος της πληροφορίας που δεχόμασταν καθημερινά ήταν γραπτό.
Τώρα μπορούμε να περάσουμε ολόκληρη τη μέρα βλέποντας μικρά βίντεο, εικόνες και ειδοποιήσεις χωρίς να διαβάσουμε σχεδόν τίποτα μεγάλο.
Για αυτό θεωρεί ότι χρειάζεται να δημιουργούμε χώρο για βιβλία, όπως ακριβώς βρίσκουμε χρόνο για άσκηση.
Το διάβασμα δεν χρειάζεται να γίνει αγγαρεία.
Αλλά αν θέλουμε να κρατήσουμε τη συγκέντρωση και την ικανότητά μας να καταλαβαίνουμε πιο δύσκολες ιδέες, ίσως πρέπει να του δώσουμε ξανά σταθερή θέση στην καθημερινότητά μας.
Για τον Μάριοτ, το βιβλίο παραμένει ένας από τους καλύτερους τρόπους να σκεφτούμε πιο αργά, πιο καθαρά και πιο βαθιά — ακριβώς σε μια εποχή που σχεδόν όλα γύρω μας προσπαθούν να κάνουν το αντίθετο.
