Η βαθιά κρίση που αντιμετωπίζει η Γαλλία εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους όχι μόνο για την Ευρώπη, αλλά και για τις ΗΠΑ και τον ευρύτερο δυτικό κόσμο.
Οι ταραχές που συγκλονίζουν τη χώρα είναι το αποτέλεσμα μιας σειράς καταστροφικών πολιτικών επιλογών. Η αγνόηση των διδαγμάτων του παρελθόντος και η αδυναμία λήψης των αναγκαίων μέτρων θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μια οικονομική και πολιτική κρίση ανάλογη με εκείνες της δεκαετίας του 1970 ή ακόμη και του 1930.
Γαλλία: Το χρέος και ο φόβος μιας νέας κρίσης
Το γνωστό ειρωνικό σχόλιο ότι η Γαλλία είναι "πολύ μεγάλη για να χρεοκοπήσει, αλλά και πολύ μεγάλη για να διασωθεί" αποτυπώνει τη σοβαρότητα της κατάστασης. Η χώρα παραμένει εγκλωβισμένη σε μια οικονομική πραγματικότητα που δεν ανταποκρίνεται στις δυνατότητές της. Το δημόσιο χρέος της, ως ποσοστό της οικονομίας, βρίσκεται σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα, ενώ η ανάπτυξη παραμένει υποτονική εδώ και δεκαετίες. Την ίδια ώρα, τόσο η γαλλική όσο και η ευρωπαϊκή οικονομία χάνουν σταδιακά έδαφος σε σχέση με την αμερικανική.
Σημαντικό βάρος για τη γαλλική οικονομία αποτελεί η υψηλή φορολογική επιβάρυνση. Στις ΗΠΑ, οι εισφορές εργαζομένων και εργοδοτών για την Κοινωνική Ασφάλιση και το Medicare ανέρχονται συνολικά στο 15,3%. Στη Γαλλία, η αντίστοιχη επιβάρυνση μπορεί να ξεπεράσει το 60%. Παράλληλα, η φορολόγηση εταιρειών, οι φορολογικοί συντελεστές για τα ατομικά εισοδήματα και η φορολογία των κεφαλαιακών κερδών κινούνται σε υψηλότερα επίπεδα σε σύγκριση με τις ΗΠΑ.
Αντίστοιχα ο Φόρος Προστιθέμενης Αξίας (ΦΠΑ) ανέρχεται στο 20% για τα περισσότερα αγαθά και υπηρεσίες, ενώ η εργατική νομοθεσία εξακολουθεί, παρά τις επιμέρους μεταρρυθμίσεις, να χαρακτηρίζεται από σημαντικούς περιορισμούς. Επίσης υπερβολικά υψηλές είναι οι κρατικές δαπάνες, που αντιστοιχούν περίπου στο 57% του ΑΕΠ, έναντι 36% στις ΗΠΑ.
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο ενόψει των προεδρικών εκλογών στη Γαλλία το επόμενο έτος. Κανένας από τους πιθανούς υποψηφίους δεν προτάσσει ένα ουσιαστικό πρόγραμμα οικονομικών μεταρρυθμίσεων. Μάλιστα, ο επικρατέστερος υποψήφιος της άκρας Αριστεράς έχει εκφράσει την πρόθεση να προχωρήσει σε αθέτηση πληρωμών για γαλλικά κρατικά ομόλογα που βρίσκονται στην κατοχή της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.
Έτσι, πέρα από την αντιμετώπιση των βίαιων διαδηλώσεων, η Γαλλία ενδέχεται να βρεθεί αντιμέτωπη και με μια κρίση εμπιστοσύνης στην αγορά ομολόγων της. Αρκετοί επενδυτές περιορίζουν ήδη την έκθεσή τους στο γαλλικό χρέος, καθώς το κοινοβούλιο βρίσκεται υπό τον έλεγχο πολιτικών δυνάμεων που αντιπολιτεύονται τον πρόεδρο Εμανουέλ Μακρόν. Οι επενδυτές αμφιβάλλουν πλέον για το κατά πόσο η χώρα είναι σε θέση να προχωρήσει στις αναγκαίες αλλαγές, για να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη και να εξυγιάνει τα οικονομικά της.
Μια κρίση στην αγορά των γαλλικών ομολόγων θα μπορούσε να έχει ευρύτερες επιπτώσεις, δυσχεραίνοντας τη χρηματοδότηση του δημόσιου χρέους και άλλων κρατών που ακολουθούν πολιτικές υπερβολικών δαπανών, υψηλής φορολογίας και εκτεταμένων ρυθμιστικών παρεμβάσεων. Το πρόβλημα είναι ακόμη πιο έντονο σε ένα περιβάλλον όπου οι κυβερνήσεις εξακολουθούν να καταγράφουν δημοσιονομικά ελλείμματα και να συσσωρεύουν νέες δανειακές ανάγκες.
Η Γαλλία δεν μπορεί να αναβάλλει επ’ αόριστον την αντιμετώπιση των συνεπειών από τις επιλογές που έκανε τα προηγούμενα χρόνια: από τις υψηλές δημόσιες δαπάνες έως τις πολιτικές που ακολούθησε, οι οποίες περιόρισαν την οικονομική δραστηριότητα. Το ίδιο ισχύει και για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία καλείται να διαχειριστεί το αυξημένο ενεργειακό κόστος που οφείλεται κατά κύριο λόγο στις δαπανηρές και ελλειπώς σχεδιασμένες πολιτικές απανθρακοποίησης, με έμφαση στην αιολική και την ηλιακή ενέργεια.
Αν η Γαλλία και η ΕΕ δεν προχωρήσουν σε μεταρρυθμίσεις που ενισχύουν την ανάπτυξη, τα πολιτικά άκρα θα αποκτήσουν μεγαλύτερη επιρροή. Τα κόμματα αυτά έχουν αντιαμερικανικές θέσεις και αντιτίθενται στην ελεύθερη αγορά, ενώ ορισμένα επιδεικνύουν ανοχή ή συμπάθεια προς τον Βλαντίμιρ Πούτιν. Επιπλέον η άνοδος του αντισημιτισμού και η αποδυνάμωση της ευρωπαϊκής συνοχής θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο ακόμη και τη συνοχή του ΝΑΤΟ, καθιστώντας το διεθνές περιβάλλον πολύ πιο ασταθές.
Οι ΗΠΑ θα πρέπει να εξετάσουν σοβαρά τρόπους ενίσχυσης της οικονομικής ανάπτυξης. Στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει να καταργήσουν και άλλους δασμούς, δεδομένου ότι απαιτούνται ουσιαστικές αλλαγές και στην ίδια την αμερικανική οικονομική πολιτική.
Με πληροφορίες του Forbes Greece
