Πριν σκύψεις να δέσεις τα κορδόνια σου, το σκέφτεσαι. Πριν δεχτείς μια πρόσκληση για μπάσκετ, επίσης. Όταν η μέση πονάει επίμονα, ακόμη και απλές κινήσεις μπορεί να συνοδεύονται από την ερώτηση "κι αν με πιάσει πάλι;". Μια νέα έρευνα εξετάζει τι συμβαίνει όταν αυτή η εμπειρία αρχίζει να συνδέεται με κάτι βαθύτερο, όπως την εικόνα που έχεις για τον εαυτό σου.
Επιστήμονες από το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια στο Σαν Ντιέγκο διαπίστωσαν ότι οι εξάρσεις του χρόνιου πόνου στη μέση ενεργοποιούν ένα εγκεφαλικό δίκτυο που συμμετέχει στην αυτοαντίληψη. Το εύρημα υποδηλώνει ότι ο επίμονος πόνος μπορεί να εμπλέκει περισσότερες λειτουργίες από εκείνες που επεξεργάζονται απλώς μια δυσάρεστη σωματική αίσθηση.
Δύο είδη πόνου, διαφορετική αντίδραση
Στη μελέτη, η οποία δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό British Journal of Anaesthesia, συμμετείχαν 114 άνθρωποι με πόνο στη μέση που διαρκούσε περισσότερο από 12 εβδομάδες.
Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν μια δοκιμασία ανύψωσης του ποδιού για να προκαλέσουν έξαρση του συνηθισμένου πόνου των συμμετεχόντων. Με ειδική τεχνική λειτουργικής μαγνητικής τομογραφίας κατέγραψαν τις μεταβολές στην αιμάτωση του εγκεφάλου. Για σύγκριση, εξέτασαν επίσης την αντίδραση σε ένα επώδυνο, αλλά ακίνδυνο, θερμικό ερέθισμα στη γάμπα.

Η διαφορά εντοπίστηκε στο λεγόμενο "δίκτυο προεπιλεγμένης λειτουργίας", γνωστό ως DMN. Πρόκειται για ένα σύνολο συνδεδεμένων εγκεφαλικών περιοχών που σχετίζονται, μεταξύ άλλων, με τις προσωπικές αναμνήσεις, τις εσωτερικές σκέψεις και τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας.
Στην έξαρση του πόνου στη μέση, η δραστηριότητα σε βασικές περιοχές αυτού του δικτύου αυξανόταν. Στον πόνο από τη θερμότητα παρατηρούνταν η αντίθετη αντίδραση.
Το βάρος του "θα πονέσω ξανά"
Παράλληλα, οι συμμετέχοντες με εντονότερο χρόνιο πόνο εμφάνιζαν ισχυρότερη λειτουργική σύνδεση ανάμεσα στο συγκεκριμένο δίκτυο και την περιοχή του εγκεφάλου που επεξεργάζεται σωματικές αισθήσεις από την πλάτη.
Η ερμηνεία των ερευνητών είναι ότι ο χρόνιος πόνος μπορεί να συνδέεται στενά με την αίσθηση του εαυτού. Στην εμπειρία του ενδέχεται να συμμετέχουν η προσμονή της επόμενης έξαρσης, προηγούμενα δυσάρεστα περιστατικά και ο φόβος ότι μια κίνηση θα τον επαναφέρει. Έτσι, το βάρος του δεν περιορίζεται απαραίτητα στη στιγμή που εκδηλώνεται.

Αυτό δεν σημαίνει ότι ο πόνος είναι φανταστικός ή ότι αρκεί να "σκεφτείς θετικά" για να περάσει. Ούτε η μελέτη αποδεικνύει ότι αλλάζει η προσωπικότητα όσων υποφέρουν. Καταγράφει συσχετίσεις στην εγκεφαλική λειτουργία, χωρίς να ξεκαθαρίζει αν αυτές συμβάλλουν στη χρονιότητα του πόνου ή προκύπτουν από αυτήν.
Το ενδιαφέρον βρίσκεται στην προοπτική που ανοίγει, δηλαδή να κατανοήσουμε καλύτερα τόσο τη σωματική εμπειρία όσο και τη σχέση που αναπτύσσει κάποιος μαζί της. Γιατί πίσω από το "πρόσεχε, έχω τη μέση μου" μπορεί να υπάρχει πολύ περισσότερη καθημερινή επιβάρυνση απ’ όση αντιλαμβάνεται εκείνος που το ακούει.


