Το μήνυμα το έχεις διαβάσει. Ξέρεις περίπου τι θα απαντήσεις. Παρ' όλα αυτά, το κλείνεις και αποφασίζεις να ασχοληθείς αργότερα. Μεσολαβούν μερικά βίντεο, μια βόλτα μέχρι την κουζίνα και άλλος ένας έλεγχος στο κινητό. Η απάντηση παραμένει στα αζήτητα. Κάπως έτσι, μια υποχρέωση που χωρούσε ανάμεσα σε δύο γουλιές καφέ αποκτά θέση στο πρόγραμμά σου για τις επόμενες τρεις ημέρες.

Το παράξενο με αυτές τις μικρές αναβολές είναι ότι γνωρίζεις πόσο εύκολα θα μπορούσες να ξεμπερδέψεις. Κι όμως, συνεχίζεις να τις μεταφέρεις στο μέλλον. Η εξήγηση δεν περιορίζεται στην τεμπελιά ή στην κακή οργάνωση. Συχνά έχει να κάνει με το συναίσθημα που συνοδεύει την υποχρέωση: βαρεμάρα, αμηχανία, άγχος ή απλώς την απροθυμία να ασχοληθείς με κάτι δυσάρεστο.
Οι ερευνητές Fuschia Sirois και Timothy Pychyl έχουν περιγράψει την αναβλητικότητα ως συμπεριφορά που συνδέεται με την προσπάθεια να βελτιώσουμε προσωρινά τη διάθεσή μας. Όταν μια δουλειά μάς προκαλεί δυσφορία, η αναβολή προσφέρει άμεση ανακούφιση. Το "θα το κάνω μετά" μάς απαλλάσσει για λίγο από την ανάγκη να την αντιμετωπίσουμε. Το κόστος, βέβαια, μεταφέρεται στον μελλοντικό μας εαυτό, ο οποίος θα παραλάβει την ίδια εκκρεμότητα, ενδεχομένως με μεγαλύτερη πίεση χρόνου.
Σκέψου μια απάντηση στην οποία πρέπει να αρνηθείς μια πρόταση. Η πληκτρολόγηση μπορεί να διαρκεί ένα λεπτό, αλλά προηγείται η δυσάρεστη σκέψη ότι ίσως απογοητεύσεις κάποιον. Ή ένα τηλεφώνημα που αφήνεις συνεχώς για αύριο, επειδή δεν ξέρεις πώς θα εξελιχθεί. Η διάρκεια της δουλειάς και το πόσο σε δυσκολεύει να την ξεκινήσεις είναι δύο διαφορετικά πράγματα. Το χρονόμετρο μετρά μόνο το πρώτο.

Υπάρχει επίσης μια μικρή παγίδα στην έκφραση "πέντε λεπτά δουλειά". Αρκετές καθημερινές υποχρεώσεις περιλαμβάνουν περισσότερα βήματα απ’ όσα φαίνονται αρχικά. Για να ολοκληρώσεις μια ηλεκτρονική διαδικασία, μπορεί να χρειαστεί να βρεις ένα αρχείο, να επαναφέρεις τον κωδικό σου και να περιμένεις έναν κωδικό επιβεβαίωσης. Πριν καν ξεκινήσεις, θυμάσαι την προηγούμενη ταλαιπωρία. Αυτά τα μικρά εμπόδια κάνουν την αναβολή ακόμη πιο δελεαστική, ειδικά όταν έχουν ήδη προηγηθεί αρκετές αντίστοιχες διαδικασίες μέσα στην ημέρα.
Το πρόβλημα είναι ότι η εκκρεμότητα δεν εξαφανίζεται όταν κλείσεις την εφαρμογή. Μπορεί να επιστρέψει στο μυαλό σου την ώρα που προσπαθείς να συγκεντρωθείς σε κάτι άλλο. Σε πειράματα των ερευνητών E. J. Masicampo και Roy Baumeister, οι ανολοκλήρωτοι στόχοι συνδέθηκαν με παρεμβατικές σκέψεις και δυσκολίες σε άλλες δραστηριότητες. Ενδιαφέρον είχε ότι η διατύπωση ενός συγκεκριμένου σχεδίου ολοκλήρωσης περιόριζε αυτές τις επιδράσεις, ακόμη και πριν γίνει η ίδια η δουλειά.

Εδώ βρίσκεται μια χρήσιμη διαφορά ανάμεσα στο αόριστο "αργότερα" και στο "θα το κάνω στις έξι, μόλις ανοίξω τον υπολογιστή". Το δεύτερο ορίζει πότε και πώς θα ασχοληθείς. Δεν εγγυάται ότι κάθε εκκρεμότητα θα λυθεί χωρίς κόπο, αλλά της δίνει συγκεκριμένη θέση στην ημέρα σου.
Πριν λοιπόν χαρακτηρίσεις τον εαυτό σου ανοργάνωτο επειδή καθυστέρησες κάτι απλό, αξίζει να αναρωτηθείς τι ακριβώς αποφεύγεις. Τη βαρετή διαδικασία; Μια δύσκολη απάντηση; Την πιθανότητα να μπλέξεις περισσότερο; Το να εντοπίσεις το εμπόδιο είναι πιο χρήσιμο από το να επαναλαμβάνεις ότι "θα έπρεπε να το είχα κάνει". Άλλωστε, αυτή η τελευταία σκέψη σπάνια στέλνει το "δύσκολο" email.


