Από πότε ένα επαγγελματικό λάθος έγινε αφορμή για δημόσια διαπόμπευση;

Από πότε ένα επαγγελματικό λάθος έγινε αφορμή για δημόσια διαπόμπευση;

Ο μεταφραστής του Παναθηναϊκού έκανε ένα σοβαρό λάθος στη μετάφραση του Τζέικομπ Νίστρουπ. Η κριτική είναι απαραίτητη, αλλά η δημόσια διαπόμπευση ενός ανθρώπου δεν μπορεί να είναι η απάντηση.

Πρόσθεσε το esquire ως προτεινόμενη πηγή στην Google

Ο Τζέικομπ Νίστρουπ έκανε μετά το ντέρμπι με τον Ολυμπιακό κάτι που οι προπονητές δεν κάνουν πάντοτε εύκολα έπειτα από μια ήττα: δεν προσπάθησε να κρυφτεί πίσω από κατοχές, διαιτησία ή "λεπτομέρειες". Είπε ότι ο Παναθηναϊκός ήταν η δεύτερη καλύτερη ομάδα στο γήπεδο και ότι άξιζε να χάσει. Ήταν μια αρκετά καθαρή αποτίμηση ενός αγώνα στον οποίο οι "πράσινοι" δεν κατάφεραν να αντιμετωπίσουν σωστά την πίεση του Ολυμπιακού ούτε όταν οι αριθμητικές ισορροπίες άλλαξαν.

Στην ελληνική μετάφραση, όμως, το νόημα αντιστράφηκε. Ο Δανός εμφανίστηκε περίπου να λέει ότι ο Παναθηναϊκός ήταν η καλύτερη ομάδα και δεν άξιζε να χάσει, δηλαδή σχεδόν το ακριβώς αντίθετο από όσα είχε μόλις πει. Τη μετάφραση έκανε ο δημοσιογράφος Αλέξανδρος Τρίγκας, μέλος της ομάδας επικοινωνίας του Παναθηναϊκού, και μέσα σε λίγες ώρες το σχετικό απόσπασμα είχε ήδη γίνει υλικό για αναρτήσεις, ειρωνείες και τη γνωστή διαδικασία δημόσιας αποδόμησης που τα κοινωνικά δίκτυα εκτελούν με αξιοζήλευτη ταχύτητα.

Ολυμπιακός - Παναθηναϊκός: Το λάθος στη μετάφραση του Νίστρουπ

Ας αρχίσουμε από το αυτονόητο, επειδή διαφορετικά όλη η συζήτηση καταλήγει λάθος. Η μετάφραση ήταν σοβαρά λανθασμένη. Δεν χάθηκε κάποια δευτερεύουσα λεπτομέρεια ούτε άλλαξε ένα επίθετο. Αντιστράφηκε ουσιαστικά η εκτίμηση του προπονητή για το ίδιο το παιχνίδι. Αυτό οφείλει να διορθωθεί και ο δημοσιογράφος δεν μπορεί να ζητά από κανέναν να προσποιηθεί ότι δεν συνέβη.

Από εκεί μέχρι το να αντιμετωπίζεται όμως μία κακή επαγγελματική στιγμή ως συνολική απόδειξη ανικανότητας υπάρχει απόσταση. Και κάπου μέσα σε αυτή την απόσταση έχουμε αρχίσει να χάνουμε λίγο την αίσθηση του μέτρου.

Η ζωντανή μετάφραση δεν είναι υπότιτλος στο Netflix

Το εύκολο κομμάτι είναι να ανοίξεις το βίντεο το επόμενο πρωί, να φορέσεις ακουστικά, να σταματήσεις τη φράση, να τη γυρίσεις πίσω και να εντοπίσεις το λάθος. Το δύσκολο είναι να βρίσκεσαι δίπλα σε έναν προπονητή λίγα λεπτά μετά από ντέρμπι, μέσα στον θόρυβο του γηπέδου, με κάμερα μπροστά σου και με την απαίτηση να ακούσεις, να επεξεργαστείς και να αποδώσεις σχεδόν ταυτόχρονα όσα λέγονται.

Διαβάστε Επίσης

Αυτό δεν είναι άλλοθι. Είναι απλώς η πραγματική συνθήκη της δουλειάς. Η ταυτόχρονη ή σχεδόν ταυτόχρονη απόδοση μιας δήλωσης απαιτεί διαφορετική δεξιότητα από το να γνωρίζεις καλά αγγλικά, επειδή ο εγκέφαλος πρέπει την ίδια στιγμή να κρατά το προηγούμενο νόημα, να ακούει την επόμενη πρόταση και να κατασκευάζει μια φυσική ελληνική εκδοχή της πρώτης. Στην περίπτωση του Νίστρουπ, δημοσιεύματα έχουν αναφέρει τον θόρυβο και τον τρόπο ομιλίας του ως πιθανούς παράγοντες, χωρίς όμως να υπάρχει επιβεβαιωμένη εξήγηση για το πώς προέκυψε η αντιστροφή.

Ακριβώς γι' αυτό δεν χρειάζεται να εφεύρουμε μία. Δεν γνωρίζουμε αν ήταν άγχος, παρανόηση, κακή ακουστική, στιγμιαίο μπλοκάρισμα ή συνδυασμός όλων αυτών. Γνωρίζουμε μόνο το αποτέλεσμα: η μετάφραση ήταν λάθος. Σε μια σοβαρή συζήτηση αυτό αρκεί· η απόδοση προθέσεων δεν προσθέτει ακρίβεια, προσθέτει μόνο δράμα.

Το πρόβλημα είναι ότι στο ελληνικό ποδόσφαιρο το λάθος σπάνια μένει απλώς λάθος

Το περιστατικό συνέβη μετά από Ολυμπιακός–Παναθηναϊκός. Αυτό έχει σημασία, γιατί σε ένα τέτοιο περιβάλλον ακόμη και μια μεταφραστική αστοχία γίνεται αμέσως μέρος της αιώνιας ανάγκης μας να αποδείξουμε ότι η "άλλη πλευρά" προσπαθεί να αλλοιώσει την πραγματικότητα. Αν η ίδια φράση είχε ειπωθεί μετά από ένα αδιάφορο παιχνίδι του Ιανουαρίου, πιθανότατα θα είχε διορθωθεί, θα είχε σχολιαστεί για λίγες ώρες και η ζωή θα συνεχιζόταν.

Σε ντέρμπι, όμως, όλα διαβάζονται μέσα από οπαδικό φίλτρο. Μια λανθασμένη μετάφραση μπορεί να μετατραπεί σε επικοινωνιακή στρατηγική, ένα ανθρώπινο σφάλμα σε οργανωμένη προσπάθεια και ένας δημοσιογράφος σε πρόσωπο πάνω στο οποίο μπορεί να ξεφορτωθεί ο καθένας τη δική του ένταση από το αποτέλεσμα. Το γεγονός ότι η σωστή εκδοχή των δηλώσεων δημοσιεύτηκε γρήγορα από αρκετά Μέσα θα έπρεπε κανονικά να κλείνει το πραγματολογικό μέρος της ιστορίας.

Δεν το κλείνει, επειδή τα κοινωνικά δίκτυα δεν λειτουργούν με βάση το τι χρειάζεται πλέον διόρθωση. Λειτουργούν με βάση το τι εξακολουθεί να παράγει αντίδραση.

Και η κοροϊδία παράγει πολύ περισσότερη αντίδραση από μια διόρθωση.

Η δημοσιογραφία απαιτεί ακρίβεια, όχι την ψευδαίσθηση ότι κανείς δεν θα κάνει ποτέ λάθος

Όποιος έχει δουλέψει πραγματικά σε σύνταξη ξέρει ότι τα λάθη δεν είναι θεωρητικό ενδεχόμενο. Συμβαίνουν. Λάθος όνομα σε λεζάντα, λάθος λεπτό σε γκολ, αριθμός που γράφτηκε στραβά, μια πληροφορία που δεν διασταυρώθηκε όσο έπρεπε, μια ερώτηση που διατυπώθηκε κακά ή μια δήλωση που αποδόθηκε λάθος. Κάποια είναι μικρά και κάποια, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση, αλλάζουν ουσιαστικά το νόημα και απαιτούν άμεση αποκατάσταση.

Η επαγγελματική ευθύνη δεν βρίσκεται στο να υποκρινόμαστε ότι αυτά δεν θα συμβούν ποτέ. Βρίσκεται στον τρόπο που τα αντιμετωπίζουμε όταν συμβούν. Διορθώνεις το λάθος, αποκαθιστάς το πραγματικό περιεχόμενο, αναγνωρίζεις τη σοβαρότητά του και, εφόσον χρειάζεται, εξετάζεις πώς δεν θα επαναληφθεί.

Αυτό είναι λογοδοσία.

Το να πάρεις στη συνέχεια το πρόσωπο που έκανε το λάθος, να το μετατρέψεις σε meme και να συζητάς για ώρες αν γνωρίζει αγγλικά, αν είναι κατάλληλος για τη δουλειά του ή αν "ξεφτίλισε" ένα ολόκληρο επάγγελμα δεν βελτιώνει καμία δημοσιογραφική διαδικασία. Απλώς μας επιτρέπει να περάσουμε μερικά ευχάριστα λεπτά αισθανόμενοι ότι εμείς, από την ασφάλεια της οθόνης μας, δεν θα κάναμε ποτέ κάτι αντίστοιχο.

Μακάρι.

Η συναδελφικότητα δεν σημαίνει ότι κρύβουμε τα λάθη

Υπάρχει βέβαια και η αντίθετη παγίδα. Επειδή κάποιος είναι συνάδελφος δεν σημαίνει ότι πρέπει να εφεύρουμε δικαιολογίες ή να υποβαθμίσουμε το περιστατικό. Αν ένας προπονητής λέει "ήμασταν η δεύτερη καλύτερη ομάδα και αξίζαμε να χάσουμε" και το κοινό ακούει "ήμασταν καλύτεροι και δεν αξίζαμε να χάσουμε", η δημοσιογραφική υποχρέωση είναι πρώτα να πούμε ότι αυτό είναι λάθος.

Μετά μπορούμε να συζητήσουμε για τον άνθρωπο.

Αυτός είναι ο διαχωρισμός που χάνεται συχνά. Μπορείς να είσαι αυστηρός με το αποτέλεσμα της δουλειάς χωρίς να θεωρείς ότι πρέπει να ισοπεδώσεις τον άνθρωπο που το παρήγαγε. Μπορείς να απαιτείς υψηλά επαγγελματικά πρότυπα χωρίς να απαιτείς αλάνθαστους επαγγελματίες, επειδή το δεύτερο δεν υπάρχει σε καμία αίθουσα σύνταξης, σε κανένα τηλεοπτικό συνεργείο και σε κανένα γραφείο Τύπου.

Ούτε χρειάζεται να γνωρίζουμε προσωπικά τον Αλέξανδρο Τρίγκα για να το πούμε αυτό. Η προηγούμενη δουλειά του δεν κάνει τη συγκεκριμένη μετάφραση σωστή, όπως και η συγκεκριμένη μετάφραση δεν αρκεί από μόνη της για να ακυρώσει ολόκληρη την προηγούμενη δουλειά του.

Αυτά τα δύο πράγματα μπορούν να ισχύουν ταυτόχρονα. Δεν είναι τόσο περίπλοκο.

Το πιο ενδιαφέρον μάθημα της βραδιάς δεν αφορά τελικά τον Νίστρουπ

Ο προπονητής του Παναθηναϊκού είπε ότι η ομάδα του άξιζε να χάσει. Η σωστή δήλωση είναι πλέον δημόσια, καταγεγραμμένη και εύκολα προσβάσιμη.

Άρα το πραγματικό δημοσιογραφικό ζήτημα έχει ήδη λυθεί.

Αυτό που μένει είναι ένα μικρό τεστ για όλους τους υπόλοιπους. Για τα Μέσα που πρέπει να διορθώνουν χωρίς να κατασκευάζουν πρόθεση, για τους συναδέλφους που μπορούν να επισημαίνουν ένα σοβαρό λάθος χωρίς να συμμετέχουν στον εξευτελισμό και για το κοινό που έχει κάθε δικαίωμα να σχολιάσει, αλλά ίσως δεν χρειάζεται κάθε φορά να μετατρέπει ένα πρόσωπο στην οθόνη σε σάκο του μποξ.

Το λάθος του Αλέξανδρου Τρίγκα ήταν δημόσιο, σοβαρό και άξιζε να διορθωθεί. Αυτό έγινε.

Το αν πρέπει να γίνει και η καθοριστική πρόταση της επαγγελματικής του ταυτότητας είναι μια εντελώς διαφορετική συζήτηση.

Γιατί η αξιοπιστία της δημοσιογραφίας δεν μετριέται μόνο από το πόσο γρήγορα εντοπίζουμε τα λάθη. Μετριέται και από το αν εξακολουθούμε να έχουμε την ψυχραιμία να ξεχωρίζουμε το λάθος από τον άνθρωπο που το έκανε.

Και να το αντιμετωπίζουμε με σεβασμό.