Για πολλά χρόνια, το ρούμι κουβαλούσε μια εικόνα που δύσκολα το βοηθούσε να καθίσει στο ίδιο τραπέζι με τα μεγάλα premium αποστάγματα. Ήταν συνδεδεμένο με cocktails, καλοκαιρινά bars και εύκολα mixed drinks, την ώρα που το whisky και το Cognac είχαν κατακτήσει προ πολλού το δικαίωμα στο βαρύ ποτήρι, στην αργή απόλαυση και στις τριψήφιες τιμές.
Αυτό, όμως, φαίνεται ότι αρχίζει να αλλάζει. Η premium κατηγορία του rum δείχνει σημάδια μιας διαφορετικής δυναμικής, με τους καταναλωτές να ενδιαφέρονται περισσότερο για την προέλευση, την παλαίωση, τα βαρέλια και τις μεθόδους παραγωγής. Με άλλα λόγια, αρχίζουν να κάνουν για το rum τις ίδιες ερωτήσεις που εδώ και χρόνια κάνουν για ένα καλό whisky.

Από το cocktail στο ποτήρι
H συνολική εικόνα του rum σε μεγάλες αγορές όπως οι ΗΠΑ και η Μεγάλη Βρετανία δεν είναι απαραίτητα εντυπωσιακή. Υπάρχει, όμως, μια σημαντική εξαίρεση. Το super-premium rum αποτελεί το κομμάτι της κατηγορίας που παρουσιάζει ανάπτυξη και στις δύο αγορές. Και αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία.
Στο The Whisky Exchange, για παράδειγμα, παρατηρείται αυξανόμενο ενδιαφέρον για rum με τιμές που ξεπερνούν ακόμη και τις 100 λίρες. Δεν μιλάμε πλέον μόνο για ανθρώπους που αναζητούν ένα καλύτερο μπουκάλι για να φτιάξουν Daiquiri ή Mai Tai. Μιλάμε για καταναλωτές που αγοράζουν rum για να το πιουν σκέτο και θέλουν να γνωρίζουν τι υπάρχει μέσα στο ποτήρι τους.
Παραγωγοί από την Jamaica και τα Barbados έχουν παίξει σημαντικό ρόλο σε αυτή την αλλαγή. Ονόματα όπως Hampden Estate, Appleton Estate, Foursquare και Mount Gay έχουν βοηθήσει να έρθουν στο προσκήνιο έννοιες που το κοινό του whisky γνωρίζει ήδη πολύ καλά: terroir, διαφορετικοί τύποι αποστακτήρων, χρόνος ωρίμανσης, επιλογή βαρελιών και φυσικά η επιρροή του κλίματος στο τελικό απόσταγμα.
Το ενδιαφέρον είναι ότι το rum διαθέτει όλα τα απαραίτητα στοιχεία για να υποστηρίξει αυτή τη νέα θέση. Έχει ιστορία, διαφορετικές σχολές παραγωγής, τεράστια γευστική ποικιλία και αποστάγματα μεγάλης ηλικίας και πολυπλοκότητας.
Αυτό που του έλειπε ήταν ίσως η σωστή αφήγηση.
Μπορεί να γίνει το νέο whisky;
Η σύγκριση με το whisky είναι αναπόφευκτη, αλλά δεν σημαίνει ότι το rum πρέπει να το μιμηθεί. Αντίθετα, ένα μέρος της γοητείας του βρίσκεται ακριβώς στις διαφορές του.
Η τροπική παλαίωση, για παράδειγμα, μπορεί να επιταχύνει δραματικά την αλληλεπίδραση ανάμεσα στο απόσταγμα και το ξύλο. Παράλληλα, οι διαφορετικές πρώτες ύλες, η χρήση molasses ή χυμού ζαχαροκάλαμου, οι μέθοδοι ζύμωσης και οι διαφορετικοί αποστακτήρες δημιουργούν ένα εξαιρετικά ευρύ γευστικό φάσμα.
Υπάρχει και ένα ακόμη πλεονέκτημα: η τιμή. Ένα εξαιρετικό παλαιωμένο rum μπορεί σε αρκετές περιπτώσεις να προσφέρει επίπεδα πολυπλοκότητας που συναντάμε σε ακριβότερα single malt whiskies ή XO Cognacs, χωρίς απαραίτητα να απαιτεί αντίστοιχο budget.

Βέβαια, υπάρχουν ακόμη εμπόδια. Η κατηγορία του rum παραμένει πολύ λιγότερο ομοιογενής ως προς τους κανονισμούς της σε σύγκριση με το Scotch whisky, ενώ πρακτικές όπως η προσθήκη ζάχαρης και οι διαφορετικοί τρόποι αναγραφής της ηλικίας μπορούν να δημιουργήσουν σύγχυση στον καταναλωτή. Όσο, όμως, το premium κοινό γίνεται περισσότερο ενημερωμένο, τόσο αυξάνεται και η απαίτηση για διαφάνεια.
Ίσως λοιπόν η "premium στιγμή" του rum να μην έρθει με μία θεαματική έκρηξη. Ίσως να συμβαίνει ήδη, ένα ποτήρι τη φορά. Και αν έχεις συνηθίσει να τελειώνεις τη βραδιά σου με ένα single malt, ίσως την επόμενη φορά αξίζει να αφήσεις λίγο χώρο δίπλα του για ένα πραγματικά καλό παλαιωμένο rum.
