Το βράδυ της 19ης Ιουλίου, ο Luis de la Fuente σήκωσε στο New York New Jersey Stadium το τρόπαιο που ολοκλήρωσε μία από τις πιο απρόσμενες διαδρομές του σύγχρονου ποδοσφαίρου. Η Ισπανία επικράτησε με 1-0 της Αργεντινής στην παράταση, χάρη στο γκολ του Ferran Torres στο 106ο λεπτό, κατέκτησε το δεύτερο Μουντιάλ της ιστορίας της και επιβεβαίωσε ότι αποτελεί ξανά την κυρίαρχη δύναμη του παγκόσμιου ποδοσφαίρου.
Για τον 65χρονο τεχνικό, όμως, η συγκεκριμένη επιτυχία είχε ακόμη μεγαλύτερη σημασία. Πίσω από την εικόνα του να πανηγυρίζει μαζί με τους παίκτες και τους συνεργάτες του κρύβεται η ιστορία ενός ανθρώπου που πριν από περίπου 15 χρόνια δεν γνώριζε αν θα του δινόταν άλλη ευκαιρία στους πάγκους.
Τον Οκτώβριο του 2011, η Alaves τον απομάκρυνε από την τεχνική της ηγεσία έπειτα από ένα δύσκολο ξεκίνημα στη σεζόν. Ακολούθησαν 18 μήνες χωρίς δουλειά, γεμάτοι αβεβαιότητα, απογοήτευση και δεύτερες σκέψεις. Για 78 διαδοχικές Δευτέρες δεν είχε κάποια ομάδα να προπονήσει και κανένα παιχνίδι για το οποίο να προετοιμαστεί.
Η οικογένειά του αποτέλεσε το βασικό του στήριγμα, ενώ ο ίδιος δεν σταμάτησε να παρακολουθεί ποδόσφαιρο, περιμένοντας την ευκαιρία που θα του επέτρεπε να επιστρέψει.
Η πόρτα άνοιξε το 2013, όταν πληροφορήθηκε ότι η Ισπανική Ομοσπονδία αναζητούσε προπονητή για τα μικρά κλιμάκια. Με την παρότρυνση του φίλου και πρώην συμπαίκτη του Inaki Saez, συναντήθηκε με τον Gines Melendez και δέχθηκε μια συνεργασία που αρχικά είχε διάρκεια μόλις τρεις μήνες.
Ο de la Fuente, ωστόσο, την αντιμετώπισε σαν το μεγαλύτερο στοίχημα της ζωής του. Από τις πρώτες ημέρες αναζήτησε σπίτι στη Μαδρίτη, πεπεισμένος ότι είχε βρει το περιβάλλον στο οποίο μπορούσε να δημιουργήσει κάτι σημαντικό.
Η συνέχεια τον δικαίωσε. Κατέκτησε το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Κ19 το 2015, το αντίστοιχο τρόπαιο με την Κ21 το 2019 και το ασημένιο μετάλλιο στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Τόκιο. Κυρίως, όμως, έμαθε να γνωρίζει τους Ισπανούς ποδοσφαιριστές πριν εκείνοι φτάσουν στο κορυφαίο επίπεδο. Παρακολούθησε την εξέλιξή τους, κατάλαβε τον χαρακτήρα τους και δημιούργησε μαζί τους μια σχέση εμπιστοσύνης που αργότερα αποδείχθηκε ανεκτίμητη.
Τον Δεκέμβριο του 2022 ανέλαβε την ανδρική εθνική, διαδεχόμενος τον Luis Enrique. Η επιλογή του δεν προκάλεσε ιδιαίτερο ενθουσιασμό. Δεν διέθετε το διεθνές όνομα άλλων προπονητών, ούτε είχε εργαστεί στους μεγαλύτερους συλλόγους της Ευρώπης. Για αρκετούς, αποτελούσε απλώς μια βολική λύση μέσα από την ίδια την Ομοσπονδία.

Τα αποτελέσματα, πάντως, έκλεισαν γρήγορα την όποια αμφισβήτηση: Nations League το 2023, Euro το 2024, παρουσία στον τελικό του Nations League το 2025 και κατάκτηση του Μουντιάλ το 2026. Μέσα σε λίγα χρόνια, ο άνθρωπος που θεωρήθηκε προσωρινή λύση μετέτρεψε την Ισπανία στην πιο σταθερή και επιτυχημένη εθνική ομάδα της εποχής.
Η δική του Ισπανία διατήρησε την τεχνική ποιότητα και την αγάπη για την κατοχή της μπάλας, αλλά έγινε πιο άμεση και πιο απρόβλεπτη. Έδωσε χώρο και ελευθερία στους ακραίους επιθετικούς, εμπιστεύτηκε ποδοσφαιριστές διαφορετικών ηλικιών και απέφυγε να εγκλωβιστεί στη νοσταλγία του παραδοσιακού tiki-taka. Η ομάδα του μπορεί να κυριαρχήσει με την μπάλα, αλλά γνωρίζει πλέον και πώς να υποφέρει όταν οι συνθήκες το απαιτούν.
Αυτό φάνηκε και στο Μουντιάλ. Η Ισπανία ολοκλήρωσε τη διοργάνωση έχοντας δεχθεί μόλις ένα γκολ σε οκτώ παιχνίδια, ενώ έφτασε τα 38 ματς χωρίς ήττα. Στον τελικό, η απόφαση του de la Fuente να ρίξει στη μάχη τον Ferran Torres αποδείχθηκε καθοριστική, με τον αναπληρωματικό επιθετικό να σκοράρει το γκολ που έκρινε τον τίτλο. Στα 65 του, έγινε παράλληλα ο γηραιότερος προπονητής που κατακτά Παγκόσμιο Κύπελλο.
Ο de la Fuente δεν κατέκτησε την κορυφή με εντυπωσιακές δηλώσεις ή επικοινωνιακά τεχνάσματα. Έφτασε εκεί μέσα από υπομονή, καθημερινή δουλειά και βαθιά γνώση του υλικού του. Ο άνθρωπος που κάποτε μετρούσε τις εβδομάδες της ανεργίας, σήμερα μετρά τίτλους. Και το ρίσκο εκείνης της τρίμηνης συνεργασίας με την Ομοσπονδία έχει πλέον μετατραπεί σε μία από τις σημαντικότερες ιστορίες επιμονής που έχει να διηγηθεί το ισπανικό ποδόσφαιρο.


