Anthony Bourdain: Ο άνθρωπος που έφαγε τον κόσμο και κατασπάραξε τον ίδιο του τον εαυτό

Το τελευταίο δείπνο του γαστρονομικού αντιήρωα, του chef χωρίς γκουρμέ καθωσπρεπισμούς, του αμετανόητου ταξιδιώτη, του ευρηματικού storyteller, του αυθεντικού βασιλιά του cool που έζησε για να δοκιμάσει όλες τις βρωμιές του πλανήτη.

Γράφει: Παύλος Παπαφράγκος 26 Ιουλίου 2018

"Γεννήθηκα στη Νέα Υόρκη, αλλά μεγάλωσα στο Νιου Τζέρσι, σε μια μικρή κοινότητα που λέγεται Λεονία. Τα πρώτα χρόνια ζούσαμε σε ένα πολύ ταπεινό σπίτι, αλλά αργότερα μετακομίσαμε σε ένα πολύ καλύτερο στην απέναντι πλευρά του δρόμου. Το σπίτι μας ήταν γεμάτο βιβλία, που ως παιδί τα διάβασα όλα. Ήμουν ντροπαλός, ατσούμπαλος, τρομακτικά ανασφαλής κι από ένα σημείο και μετά αντιδραστικός. Συνειδητοποίησα σχετικά νωρίς ότι τα κωλόπαιδα με τη μεγάλη αυτοπεποίθηση περνούσαν καλύτερα κι άρχισα να λειτουργώ σαν κωλόπαιδο με μεγάλη αυτοπεποίθηση. Δε με ένοιαζε τίποτα ή παρίστανα ότι δε με ένοιαζε τίποτα κι αυτό ήταν αρκετό για να με γουστάρουν οι γκόμενες". Μέχρι τα 12 του όμως ο Anthony Bourdain είναι το παιδί που ονειρεύεται κάθε Αμερικανός γονέας: διαβάζει, τρώει στο σπίτι, συμμετέχει στους προσκόπους.

Anthony Bourdain: Ο άνθρωπος που έφαγε τον κόσμο και κατασπάραξε τον ίδιο του τον εαυτό

Ο πατέρας του, γαλλικής καταγωγής, ασχολείται με την κλασική μουσική για λογαριασμό της Columbia Records, ενώ η μητέρα του γράφει στους The New York Times. Μικρός τρώει "τα φαγητά που έτρωγε ο κόσμος τη δεκαετία του ’50 –σουφλέ και κατεψυγμένα λαχανικά–, αλλά και κάμποσα γαλλικά πιάτα, αφού (σ.σ. η ψαγμένη) μαμά μου λάτρευε την εκπομπή της Julia Child (σ.σ. διάσημη Αμερικανίδα τηλεμαγείρισσα, ένα υβρίδιο Νίκου Τσελεμεντέ και Βέφας Αλεξιάδου, που "εξαμερικάνισε” πλήθος γαλλικών πιάτων)".

Ο Tony, όπως τον φωνάζουν οι φίλοι του, αποφασίζει ότι μεγαλώνοντας θα γίνει chef όταν σε ηλικία μόλις 10 ετών, κάνοντας τις πρώτες διακοπές στην Αρκανσόν, ένα γαλλικό θέρετρο στις όχθες του Βισκαϊκού Κόλπου απ’ όπου ξεκίνησε ο παππούς του για τις ΗΠΑ, δοκιμάζει τη γεύση ενός ολόφρεσκου στρειδιού που του δίνει ένας ψαράς που μόλις το έχει βγάλει. Δε γνωρίζουμε αν οι διατροφικές προτιμήσεις μεταφέρονται γονιδιακά, όμως όταν ο David Sheff το 2011 τον ρωτάει για λογαριασμό του Playboy για τις διατροφικές προτιμήσεις της πεντάχρονης τότε κόρης του, απαντάει: "Της αρέσουν οι μακαρονάδες, το βούτυρο, τα χοτ ντογκ και ο πουρές, ό,τι αρέσει σε κάθε παιδί δηλαδή. Καμιά φορά κάνει και υπερβάσεις, τρώει και κάνα στρείδι". Ενδιαφέρουσα σημειολογική παρατήρηση που ίσως να φανεί χρήσιμη στο μέλλον...

Σε ηλικία 12 ετών γίνεται αυτόπτης μάρτυρας ενός συμβάντος που ενισχύει τη θέλησή του να ασχοληθεί με τη μαγειρική. Προσκεκλημένος σε ένα γάμο, όπως εξομολογείται στον Guardian, πετυχαίνει τον chef να πηδάει τη νύφη "πάνω σε ένα βαρέλι, στο χώρο όπου πέταγαν τα σκουπίδια", ενώ οι υπόλοιποι διασκέδαζαν έξω.

Αφού περιπλανιέται –προφανώς η περιπλάνηση ήταν στο DNA του– σε διάφορα κολέγια, πανεπιστήμια και είδη σπουδών (έφτασε μέχρι και το περίφημο Βάσαρ), καταλήγει σ’ αυτό που έχει προαποφασίσει πριν από 10 χρόνια: γράφεται στο Ινστιτούτο Γαστρονομίας της Αμερικής. Βοήθησε βέβαια και το Βάσαρ, γιατί το διάστημα όπου σπούδαζε σ’ αυτό πρωτομπήκε σε μια επαγγελματική κουζίνα ως λαντζέρης. Αποφοιτά το 1978, επτά χρόνια αργότερα παντρεύεται τον κολεγιακό του έρωτα και για μία εικοσαετία ανεβαίνει αργά και βασανιστικά όλα τα πόστα της μπριγκάδας μιας επαγγελματικής κουζίνας, όπως την καθόρισε πριν από έναν αιώνα περίπου ο Georges Escoffier. Είκοσι χρόνια άλλωστε παραμένει παντρεμένος με τον κολεγιακό του έρωτα. Ξεκινάει με λάντζα, καθαρίζοντας σελινόριζες και ξελεπιάζοντας χιλιανά λαβράκια, κόβοντας κρεμμύδια και ντομάτες σε μικρά καρέ σε καταιγιστικούς ρυθμούς και σε απογοητευτικές ποσότητες. Χρειάζεται κάτι για να αντέχει την πίεση.

"Έκανα λάντζα σε μια ψαροταβέρνα στο Κέιπ Κοντ (σ.σ. η ψαροταβέρνα του Βάσαρ). Ήταν η εποχή που το να μαστουρώνεις στην κουζίνα ήταν αποδεκτό – και μαστουρώναμε όλοι. Στα εστιατόρια από τα οποία ξεκίνησα όλοι δουλεύαμε για να αγοράζουμε κόκα. Έτσι κύλησαν τα ’70s και τα ’80s – τα ναρκωτικά ήταν μέρος αυτής της δουλειάς. Τη δεκαετία του ’90 άλλαξαν τα πράγματα".

Τη δεκαετία του ’90 και συγκεκριμένα το 1998 αναλαμβάνει επιτέλους ως executive chef την Brasserie Les Halles. Για να το καταφέρει, είχε προηγουμένως καθαρίσει οριστικά με τα ναρκωτικά. "Είχα μια μακρά και φρικτά επώδυνη σχέση με την ηρωίνη και αμέσως μετά με τη μεθαδόνη. Κατάφερα να αποτοξινωθώ μόνος μου και δεν πρόκειται να ξαναπεράσω τα ίδια. Δεν μπορώ καν να θυμηθώ τις καλές στιγμές που μου χάρισε η ηρωίνη. Μόνο τους πόνους. Το ίδιο ισχύει και για την κοκαΐνη. Ξεκίνησα να κάνω κόκα όταν ήμουν 13-14 χρόνων. Πέρασα όλη μου τη ζωή αναζητώντας κόκα και παρακαλώντας βαποράκια. Τα ναρκωτικά με τσάκισαν. Με έκαναν να εξευτελιστώ και να πέσω πολύ χαμηλά, αλλά κάποια στιγμή πήρα τις αποφάσεις μου και τα σταμάτησα. Σταμάτησα τη χρήση γιατί ένιωθα ότι εξευτελιζόμουν. Επίσης, είχα ξεμείνει από λεφτά. Κλαιγόμουνα, ικέτευα και φλόμωνα τον κόσμο στα ψέματα προκειμένου να βρω δανεικά. Κάποια στιγμή συνειδητοποίησα ότι είχα φτάσει στον πάτο, οπότε πήρα τις αποφάσεις μου".

Δύο χρόνια αργότερα κάνει την καθοριστική στροφή στη ζωή του: αποφασίζει να γράψει ένα βιωματικό βιβλίο, το Kitchen Confidential: Adventures in the Culinary Underbelly (Κουζίνα εμπιστευτικό: Περιπέτειες στην αθέατη πλευρά της κουζίνας), ως συνέχεια ενός άρθρου του που δημοσιεύτηκε το 1999 στο New Yorker με τίτλο Μη φας προτού διαβάσεις αυτό. Το βιβλίο, που περιγράφει όλα τα "καφριλίκια" που γίνονται σε μια επαγγελματική κουζίνα, τα οποία ακόμη κι ένας υποψιασμένος πελάτης αδυνατεί να φανταστεί, γίνεται γρήγορα μπεστ σέλερ και αποκαλύπτει μια άγνωστη πτυχή του chef: τη δυνατότητά του να διηγείται (πραγματικές) ιστορίες με ρυθμό και πολύ ενδιαφέροντα τρόπο. Καπάκι με τους αναγνώστες τσιμπάει η τηλεόραση. Μόλις εκδίδεται το δεύτερο βιβλίο του με γαστρονομικές εμπειρίες που αποκόμισε τριγυρνώντας τον πλανήτη, δέχεται πρόταση από το Food Channel για μια εκπομπή με τίτλο A Cook’s Tour (ο τίτλος του δεύτερου βιβλίου του), που "τρέχει" για 35 επεισόδια μέχρι και το 2003.

Ο Bourdain αρχίζει να μεταμορφώνεται σε ένα celebrity chef. Είναι όμορφος, γυμνασμένος, "αλητάκος" και θίγει ενδιαφέροντα θέματα. Προσκαλείται συχνά σε εκπομπές για να μαγειρέψει, κυρίως όμως για να μιλήσει. Γιατί ειδικά σ’ αυτό είναι εξαιρετικά καλός. Βρίζει, θάβει, καλαμπουρίζει, σχολιάζει εύστοχα. Έχει ό,τι χρειάζεται ένας καλεσμένος για να εκτοξεύσει τη θεαματικότητα, κυρίως όμως είναι πειστικός.

Συνεχίζει το δοκιμασμένο συνδυασμό βιβλίου-εκπομπής, εκδίδει μάλιστα και μυθιστορήματα. Η κουζίνα της Brasserie Les Halles δεν τον πολυβλέπει, ταξιδεύει άλλωστε για τις ανάγκες των εκπομπών του πάνω από 250 μέρες το χρόνο, αλλά ποιος νοιάζεται; Το brand έχει ένα αναδυόμενο αστέρι στο τιμόνι του που γεμίζει τη σάλα του.

Η γυναίκα όμως και η κόρη του νοιάζονται... Το 2004 στο μοναδικό blind date που επιχείρησε στη ζωή του γνωρίζει μια γοητευτική chef ιταλικής καταγωγής, την Ottavia Busia. Πολυάσχολοι και οι δύο, η συνάντησή τους μοιάζει να καταλήγει στην καλύτερη περίπτωση σε ένα one-night stand, άντε το πολύ σε a few one-night stands. Καταλήγει όμως να έχει happy end: μονόπετρο, πρόταση, "yes I do...". Ακολουθεί η γέννηση της κόρης του: "Θυμάμαι ακριβώς τη στιγμή που άλλαξα διάθεση. Ζούσα σε ένα άθλιο διαμέρισμα στη Νέα Υόρκη, πάνω από ένα φαστφουντάδικο, και είχα μόλις γνωρίσει τη γυναίκα που στην πορεία θα γινόταν σύζυγός μου, μια γυναίκα που μου έμοιαζε, που προερχόταν από τον κόσμο των εστιατορίων. Ήμασταν ξαπλωμένοι αγκαλιά στο κρεβάτι και για πρώτη φορά σκέφτηκα ότι όχι μόνο ήθελα ένα παιδί μ’ αυτή τη γυναίκα, αλλά και ότι θα μπορούσα να γίνω καλός πατέρας. Ένιωθα έτοιμος. Δεν περίμενα ποτέ ότι θα μου άρεσε τόσο πολύ να ζω με μια έγκυο. Ήταν υπέροχα! Θα ήθελα να το ξαναζήσω. Λάτρεψα όλη τη διαδικασία της πατρότητας, κάθε γαμημένο δευτερόλεπτο".

Ήμασταν ξαπλωμένοι αγκαλιά στο κρεβάτι και για πρώτη φορά σκέφτηκα ότι όχι μόνο ήθελα ένα παιδί μ’ αυτή τη γυναίκα, αλλά και ότι θα μπορούσα να γίνω καλός πατέρας.

Τον Ιανουάριο του 2014 αναβαθμίζεται σε chef at large, μιας και υπάρχουν άλλες τρεις Brasserie Les Halles, η μία μάλιστα στο Τόκιο. Από το 2005 εργάζεται ανελλιπώς στην τηλεόραση μέχρι τον Ιούνιο του 2018, όπου η ζώνη ενός μπουρνουζιού, αντί να καλύψει τη γύμνια, την αποκαλύπτει οριστικά.

Η εκπομπή που πρωτοπαρουσίασε την περσόνα του Anthony Bourdain που όλοι λατρέψαμε είναι το No Reservations, που προβάλλεται από το 2005 μέχρι το 2012. O Tony και η ομάδα του δείχνουν έναν τύπο Αμερικανού ταξιδευτή που δεν τρώει σε McDonald’s –ο Tony τα σιχαίνεται–, σέβεται το τοπικό φαγητό που του προσφέρουν –άλλοτε φιλόξενα κι άλλοτε επ’ αμοιβή– και δε διστάζει να δοκιμάσει καρδιά κόμπρας στο Βιετνάμ, ακαθάριστη κ@λοτρυπίδα –πού νερό;– στη Ναμίμπια, φάλαινα τουρσί στην Ισλανδία ("ζυμωμένη" μακροχρόνια κάτω από τόνους πέτρας). Φαγητά-αηδίες δηλαδή, που όμως αυτά έχουν, αυτά τρώνε κι αυτά προσφέρουν – με αγάπη. Ο Bourdain τους σέβεται κι έχει τη γενναιότητα να τα δοκιμάσει με χιούμορ ("Έχεις όντως φάει μάτια φώκιας;" τον ρωτάει ο David Sheff για λογαριασμό του Playboy. "Ναι. Ποιος δεν έχει φάει άλλωστε";), ακόμη κι όταν υποψιάζεται ότι κινδυνεύει. "Μόλις δύο (σ.σ. δηλητηριάσεις) στα επτά χρόνια που κάνω την εκπομπή. Και τις δύο φορές είχα φάει κάτι που ήξερα ότι ήταν χαλασμένο, ανθυγιεινό και βρόμικο, αλλά δεν μπορούσα να το αρνηθώ. Δεν ήθελα να προσβάλω τους ανθρώπους που είχαν την καλοσύνη να μαγειρέψουν τα φαγητά τους για μένα. Ήταν στη Λιβερία και στη Ναμίμπια, σε καταυλισμούς ιθαγενών".

Οι Αμερικανοί αρχίζουν να τον λατρεύουν, το ίδιο και οι υπόλοιποι λαοί όπου προβάλλονται οι εκπομπές. Δεν κάνει ταξιδιωτικές εκπομπές. Ποιος ενδιαφέρεται να επισκεφθεί τουριστικά τη Ναμίμπια, τη Λιβερία ή τη Λιβύη μετά τον Καντάφι; Όλοι όμως ενδιαφέρονται να δουν τι τρώνε οι κάτοικοί τους, κυρίως όμως τι θα δοκιμάσει ο Bourdain. Αλλάζει σιγά σιγά τις διατροφικές συνήθειες ενός ολόκληρου έθνους και όχι μόνο – ολόκληρου του δυτικού κόσμου. Αν αυτή τη στιγμή το street food είναι η κυρίαρχη τάση στη γαστρονομία, το χρωστάει σε μεγάλο βαθμό στον Anthony Bourdain και στις εκπομπές του. Το ίδιο και η παγκοσμιοποίηση του σούσι.

ΑΝΤΟΝΙ ΜΠΟΥΡΝΤΕΝ

Παρουσιάζει τόπους και τις διατροφικές τους –ο Θεός να τις κάνει σε πολλές περιπτώσεις– συνήθειες δείχνοντας έτσι εικόνες του τι συμβαίνει στον πλανήτη. Συνειδητοποιεί ότι οι vegetarians είναι αρνητικοί και τους το λέει: "Είναι κακοί ταξιδιώτες και απαράδεκτοι καλεσμένοι. Θεωρώ υπέρτατη βλακεία το να ξεκινάς, π.χ., για ένα ταξίδι στην Ταϊλάνδη και να έχεις εκ των προτέρων διαγράψει το 80% της κουζίνας της. Από ένα σημείο και μετά είναι και αγένεια. Είναι προσβλητικό. Δεν έχω σε καμία υπόληψη τη χορτοφαγία. Είναι ένα φαινόμενο του νεόπλουτου "πρώτου κόσμου”, μια ξιπασιά". Κι έχει δίκιο, άσχετα αν μετά από λίγο "αναγκάζεται" να ανασκευάσει.

Σταδιακά "αναγκάζεται" να πάρει θέση και σε άλλα ζητήματα που ουδεμία σχέση έχουν με το φαγητό. Σε μια εκπομπή στην Αϊτή αμέσως μετά τον τεράστιο καταστροφικό σεισμό συναντά τον Sean Penn και σχολιάζει στο Twitter του: "Δεν ξέρω πώς είναι στο Λος Άντζελες, στην Αϊτή πάντως δεν ήταν μαλάκας".

Σε μια άλλη ευκαιρία δηλώνει: "Κάνω μια εκπομπή για φαγητό και ταξίδια, αλλά κάποιες φορές ο ελέφαντας είναι στο δωμάτιο και κάθεται δίπλα σου στον καναπέ – δεν μπορείς να τον αποφύγεις. Για μένα είναι πολύ εύκολο να γυρίσω στο σπίτι και να πω ό,τι ακριβώς σκέφτομαι για την πολιτική της Κίνας στο Θιβέτ. Πρέπει όμως να έχω στο μυαλό μου όλους τους καλούς ανθρώπους που μας φιλοξένησαν, άνοιξαν τα σπίτια και τις καρδιές τους και μας βοήθησαν – εντός και εκτός γυρισμάτων. Όλους αυτούς που, όταν εμείς παρουσιάσουμε κάτι αρνητικό ή υποτιμητικό για τη χώρα τους, ίσως κληθούν να δώσουν εξηγήσεις. Προσπαθώ γενικά να κρατάω ισορροπίες".

Το 2006, ενώ έχει δεν έχει δύο μέρες που βρίσκεται στη Βηρυτό για τις ανάγκες του No Reservations, ξεσπάει αιφνιδιαστικά μια ισραηλολιβανέζικη σύγκρουση. Οι Ισραηλινοί εισβάλλουν, οι Παλαιστίνιοι αμύνονται. Ο Bourdain και το συνεργείο παραμένουν και καταγράφουν αυτά που βλέπουν με τους αντάρτες της Χεζμπολά μένοντας σε ένα ξενοδοχείο κυριολεκτικά στην εμπόλεμη ζώνη μαζί με άλλους αποκλεισμένους. Τελικά διαφεύγουν χάρη σε έναν ντόπιο δημοσιογράφο που είχαν προσλάβει για τις ανάγκες της εκπομπής (ο Bourdain τον αναφέρει ως Mr Wolf από το ρόλο του Harvey Keitel στο Pulp Fiction) και στους Αμερικανούς πεζοναύτες. Το επεισόδιο αυτό προτάθηκε για Emmy το 2007.

Σε μια άλλη εκπομπή του στο Κάιρο εμπλέκεται με την Αραβική Άνοιξη. Σχολιάζει: "Δεν είμαι αρκετά ευφυής για να αντιληφθώ τι παίζεται εκεί. Και νομίζω ότι κανείς δεν ξέρει ποιος θα αναλάβει την εξουσία στην Αίγυπτο ή τη Λιβύη. Δεν ξέρουμε αν το επόμενο καθίκι θα είναι καλύτερο από το προηγούμενο, αλλά τουλάχιστον θα είναι ένα καινούριο καθίκι. Στην Αίγυπτο οι άνθρωποι ζουν καθημερινά με λίγες φακές και δυο φέτες ψωμί. Δεν έχουν τίποτε άλλο να φάνε". Επισκέπτεται για πρώτη φορά την Ελλάδα. Δοκιμάζει αντικριστό στα Ανώγεια. Δε βγάζει σουγιά για να ξεκοκαλίσει το κρέας όπως όλοι οι συνδαιτυμόνες του, όμως δοκιμάζει μεζέ που για τους Αμερικανούς αποτελεί "the last frontier" – το παχύ έντερο ψημένο στα κάρβουνα. Κάποιος φέρνει ένα μπιτόνι τσικουδιά. "Στην υγεία σου, σύντεκνε". Πίνει όποτε του βάζουν, κάθε λίγο και λιγάκι δηλαδή. Θα επιστρέψει στην Ελλάδα και θα ξετρελαθεί με τη Νάξο. Ο φακός θα τον απαθανατίσει να κολατσίζει με δύο ψαράδες πάνω στο ταμπούκι της μηχανής ενός καϊκιού και να πίνουν ένα σωρό καραφάκια ούζα. Η Ελλάδα τού πάει.

ΑΝΤΟΝΙ ΜΠΟΥΡΝΤΕΝ

Γενικότερα πίνει, δεν κάνει εκπτώσεις. Και καπνίζει. Η προηγούμενη εξάρτηση από τα ναρκωτικά αντικαταστάθηκε από κάποιες καινούριες "politically correct". "Όταν βρίσκομαι στη μέση της αραβικής ερήμου στις δύο τα ξημερώματα και έχω μόλις τελειώσει το γύρισμα με κάποια φυλή Βεδουίνων, θα πάρω το συνεργείο, θα ανέβουμε σε κάναν αμμόλοφο και θα καπνίσουμε λίγο χασίς χαζεύοντας το φεγγάρι. Είναι ωραία". Ποτέ όμως δεν καπνίζει όταν επιστρέφει σπίτι, μπροστά στην κόρη του. Έχει μάθει να ελέγχει κάποια πάθη του.

Κανείς δε γνωρίζει πότε η κατάθλιψη μπήκε στη ζωή του – δεν είναι και ο τύπος που καταφεύγει με το παραμικρό στους γιατρούς. Η κατάθλιψη όμως είναι μια ύπουλη ασθένεια και σίγουρα πολύ πιο επικίνδυνη από τη μελαγχολία. Παίζει ανάμεσα στην ύφεση και την έξαρση, ποτέ δεν ξέρει κάποιος πότε θα χτυπήσει μοιραία. Το κακό μάλιστα με την κατάθλιψη, σε αντίθεση με τη μελαγχολία, είναι πως ο πάσχων δε χάνει το χιούμορ του.

To 2016 χωρίζει με την Ottavia και δειπνεί στο Ανόι σε ένα μαγαζί του δρόμου με τον άλλο ροκ σταρ της Αμερικής, τον πρόεδρο Barack Obama. Η υπέρτατη αναγνώριση ενός τηλεπαρουσιαστή;

ΑΝΤΟΝΙ ΜΠΟΥΡΝΤΕΝ

Η Brasserie Les Halles κηρύσσει πτώχευση το 2017, αυτό όμως δεν τον επηρεάζει οικονομικά, καθώς κερδίζει ήδη πολλά λεφτά από την τηλεόραση. Σίγουρα όμως πρέπει να τον έπληξε εγωιστικά και συναισθηματικά. Συνεχίζει να θεωρεί τον εαυτό του chef. Αναφέρει για ένα βιβλιαράκι με συνταγές του Ferran Adrià που πέτυχε στη Βαρκελώνη, από αυτά που πωλούνταν στα σούπερ μάρκετ μαζί με CDs, ότι αισθάνθηκε "όπως ο Eric Clapton όταν πρωτάκουσε τον Jimi Hendrix – δεν ήξερα τι να κάνω".

Ο Anthony Bourdain έχει πλέον καβαλήσει τα 60. Χρόνο με το χρόνο καλύπτει γοργά την απόσταση που χωρίζει τον μεσήλικα από τον υπερήλικα κι αυτό είναι κάτι που τριγυρίζει ενοχλητικά στο μυαλό του, όσο πολυάσχολος κι αν είναι. Μην ξεχνάμε την κατάθλιψη που τον ταλανίζει και τις συμβουλές των ειδικών γιατρών που δεν ακολουθεί. Δε νομίζουμε πως "έβλεπε" τον εαυτό του υπερήλικα να παίζει με το εγγονάκι του. Όχι! Ο Bourdain δεν είναι τέτοιος τύπος και το "Live fast, die young and leave a good-looking corpse" γράφτηκε για κάποιους σαν κι αυτόν. Το "die young" το έχει ήδη χάσει –συνήθως αυτό γεννάει τους θρύλους–, του απομένει το "leave a good-looking corpse". Ίσως γι’ αυτό να γυμνάζεται εντατικά και να διαθέτει ένα σώμα που οι περισσότεροι συνομήλικοί του ούτε να το ονειρευτούν δεν μπορούν. Το πρόσωπό του το έχει σμιλέψει γοητευτικά ο χρόνος, όμως η σκέψη να είναι με μια συνομήλική του, ακόμη και αντίστοιχα γοητευτική, δεν πρέπει να το ενθουσιάζει. Όπως και το γεγονός ότι το πουλί του θα σταματήσει να συνεργάζεται με τις επιθυμίες του ή η προοπτική να του κόψει κάποιος γιατρός το junk food που λατρεύει γιατί τα τριγλυκερίδιά του κάνουν πάρτι.

Αρχίζει να τον απασχολεί η ιδέα του θανάτου. Σε μια εκπομπή του στο Μαϊάμι φιλοξενεί τον Iggy Pop. Θαυμαστές ο ένας της δουλειάς του άλλου, κάθονται και συζητάνε στη λιακάδα σαν παλιοί φίλοι. Ταλαιπωρημένα σκαριά και οι δύο, 62 ο Bourdain, 71 ο Pop, κάποια στιγμή βρίσκονται να συζητούν για το θάνατο. Ο Bourdain εξομολογείται ότι θα ήθελε στην κηδεία του να έρθουν όλες οι πρώην και η νυν του, ίσως και αυτές που γούσταρε, αλλά δεν μπόρεσε να κάνει κάτι μαζί τους, όπως συνέβη στην κηδεία του Marcello Mastroianni. Την αιτία θανάτου του την οραματίζεται σαν μια κλασική μαφιόζικη εκτέλεση. Όχι όμως σε μια τρατορία, ούτε πάνω από ένα πιάτο με ζυμαρικά και κόκκινη σάλτσα. Τρώει σούσι στου Jiro, το κορυφαίο σουσάδικο του πλανήτη, και κάποιος έρχεται από πίσω και του την ανάβει. "Θα ήμουν χαρούμενος μ’ αυτό ως τελευταίο μου γεύμα".

Ένα χρόνο προτού κλείσουν τα μαγαζιά της Brasserie Les Halles γνωρίζει την Asia Argento σε ένα επεισόδιο του Parts Unknown στη Ρώμη, την αντισυμβατική κόρη ενός διάσημου σκηνοθέτη, που κουβαλάει στα σώψυχά της τα βαριά κατάλοιπα ενός βιασμού της από τον Harvey Weinstein. Έρωτας με την πρώτη ματιά και για τους δύο! Η διαφορά ηλικίας τους είναι μέσα στο πλαίσιο της κινεζικής ρήσης του 50% +7: η Asia είναι 42 ετών, ο Anthony 62. Απολαμβάνει αυτό τον έρωτα μέχρι το μεδούλι του – και το μεδούλι είναι ένας μεζές που λατρεύει. Όμως δεν είναι εύκολος έρωτας. H Asia ζει στη Ρώμη, η κόρη του στη Νέα Υόρκη κι αυτός περνάει οκτώ μήνες το χρόνο ταξιδεύοντας για τις ανάγκες της εκπομπής του. Δεν έχει χρόνο για να παίξει σωστά τους ρόλους του εραστή και του πατέρα. Στα 62 του, τα έχει όλα, όμορφη "γκόμενα", με προσωπικότητα, μια κόρη, σεβασμό και φήμη, χρήματα, όμως γνωρίζει ότι δεν υπάρχουν άλλα κάστρα για να κατακτήσει. Μόνο να χάσει έχει...

ΑΝΤΟΝΙ ΜΠΟΥΡΝΤΕΝ

Με το που ανακοινώνεται η αυτοκτονία του, τα μέσα κοινωνικής καταγραφής και τα social media προβληματίζονται αν συνέχιζε να είναι ακόμη ζευγάρι με την Asia. Κυκλοφορούν κάποιες φωτογραφίες της να αγκαλιάζεται, όχι και τόσο φιλικά, με έναν Ιταλό δημοσιογράφο στη Ρώμη. Το Instagram της γεμίζει βρισιές και κατάρες δίπλα στις φωτογραφίες όπου είναι μαζί του. Είναι πολλοί αυτοί που έχουν ήδη βγάλει ετυμηγορία...

Το να πεθαίνουν αυτά που τον στηρίζουν είναι ό,τι χειρότερο μπορεί να συμβεί σε έναν καταθλιπτικό.

ΑΝΤΟΝΙ ΜΠΟΥΡΝΤΕΝ

Όταν τον ρωτά ένας δημοσιογράφος για τους food bloggers και τα sites στο Ίντερνετ, απαντάει θλιμμένα: "Οι βάρβαροι έχουν ήδη περάσει τις πύλες. Μπήκαν στα σπίτια μας. Έχουμε κατακτηθεί. Πρέπει να το πάρουμε απόφαση. Ο κόσμος έχει αλλάξει. Ο τρόπος με τον οποίο γράφουμε και διαβάζουμε έχει αλλάξει". Ξέρει πως αργά ή γρήγορα τελειώνει...

Πρέπει να το πάρουμε απόφαση. Ο κόσμος έχει αλλάξει. Ο τρόπος με τον οποίο γράφουμε και διαβάζουμε έχει αλλάξει.

Κι όταν ένας άλλος του πατάει τον κάλο ρωτώντας τον κυνικά "Πού πάνε οι chefs όταν γεράσουν;", απαντάει πως είναι σαν τους πιγκουίνους: "Οι γέροι πιγκουίνοι χάνονται. Έτσι απλά. Μια μέρα απλά δεν τους βλέπεις πια".

Στις 8 Ιουνίου του 2018 ο Anthony Bourdain αποφάσισε πως απλά θα σταματήσουμε να τον βλέπουμε. Ουδείς γνωρίζει τι ακριβώς συνέβη το απόγευμα της 7ης Ιουνίου στη σουίτα του Le Chambard Hotel όπου διέμενε.

ΑΝΤΟΝΙ ΜΠΟΥΡΝΤΕΝ

Αν μίλησε στο τηλέφωνο, με ποιους μίλησε, το τι ειπώθηκε, αν πληροφορήθηκε κάτι που τον συγκλόνισε, αν απλώς τα ’τσουξε... Ο Anthony Bourdain δεν κατέβηκε για δείπνο, ούτε εμφανίστηκε την άλλη μέρα για πρωινό. To γεγονός ότι τότε άρχισαν να ανησυχούν οι φίλοι και οι συνεργάτες του σημαίνει ότι η συμπεριφορά του τις προηγουμένες ώρες δε γέννησε υποψίες. Είναι γεγονός πάντως πως δεν πήγε στο Κάιζερσμπεργκ στην Αλσατία για να αυτοκτονήσει χωρίς να έχει προμηθευτεί το μέσο: έναν εκτελεστή της Γιακούζα και σούσι delivery από τον Jiro. Ήταν ξεκάθαρα απόφαση της στιγμής και το γεγονός ότι δεν άφησε σημείωμα αποδεικνύει πως ρίχνει τις ευθύνες αποκλειστικά και μόνο στην κατάθλιψη. Ούτε καν σ’ αυτήν...

ΜΗ ΧΑΣΕΙΣ

Περισσoτερα για Ταξίδια & Ξενοδοχεία

ΔΙΑΒΑΣΕ ΑΚΟΜΑ

Οι πρώτες φωτογραφίες για το ημερολόγιο Pirelli 2019

Η Gigi Hadid, η Laetitia Casta και η Julia Garner σε backstage εικόνες από τον φωτογράφο Albert Watson.

Η LEGO μόλις έφτιαξε την Aston Martin DB5 του James Bond

Σε περίπτωση που δεν ήξερες τι να κάνεις στον ελεύθερο χρόνο σου, στις διακοπές.