Ο "Πολεμος των Κόσμων" επιστρέφει με νέα μετάφραση

Προδημοσίευση από το μυθιστόρημα του H.G. Wells που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός και μία σύντομη συζήτηση με τον διευθυντή της νέας σειράς κλασικών έργων, Ηλία Μαγκλίνη.

Γράφει: Γιώργος Ρομπόλας 14 Μαρτίου 2019

"Ξέρουμε πως στις αρχές του 20ου αιώνα τον κόσμο αυτόν παρακολουθούσαν εγκέφαλοι πολύ πιο ανεπτυγμένοι από τους ανθρώπους, κι όμως αντίστοιχα θνητοί" διάβαζε στο αμερικανικό ραδιόφωνο ο Orson Welles, κάνοντας μία εισαγωγή πριν ξεκινήσει την απαγγελία του εμβληματικού μυθιστορήματος του H.G Wells, Ο Πόλεμος των Κόσμων. Η αφήγηση του θρυλικού ηθοποιού ήταν τόσο πετυχημένη ώστε το 1938 μεγάλη μερίδα του κοινού πίστεψε πως όντως εξωγήινοι κάνουν επίθεση στη Γη.

Τι αξία όμως έχει σήμερα ένα έργο επιστημονικής φαντασίας γραμμένο το 1898; Αντίστοιχα, τι νόημα έχει η επανέκδοση κλασικών κειμένων σε ένα σύγχρονο εκδοτικό τοπίο με καταιγισμό νέων εκδόσεων;

Μιλήσαμε με τον δημοσιογράφο και συγγραφέα Ηλία Μαγκλίνη, τον διευθυντή της νέας σειράς κλασικών έργων που κυκλοφορούν ξανά από τις εκδόσεις Ψυχογιός, με σκοπό να μας λύσει την απορία κι εξασφαλίσαμε ένα κεφάλαιο από τον Πόλεμο των Κόσμων που κυκλοφορεί, όπως και τα υπόλοιπα τέσσερα μυθιστορήματα, στις 21 Μαρτίου.

Ο "Πολεμος των Κόσμων" επιστρέφει με νέα μετάφραση
Καρέ από το κόμικ του Alan Moore, The League of Extraordinary Gentlemen (1999). Πολλές δεκαετίες μετά, το κείμενο του Wells συνεχίζει να εμπνέει άλλους δημιουργούς.

Σε έναν κόσμο με εκατοντάδες νέες εκδόσεις τι έχει να προσφέρει μία σειρά κλασικών μυθιστορημάτων που επανακυκλοφορούν; Πρώτον, νέες, σύγχρονες μεταφραστικές προτάσεις από έγκυρες και έμπειρες μεταφραστικές φωνές. Δεύτερον, κάθε ένας από αυτούς τους τόμους είναι μια "ενισχυμένη" έκδοση με επίμετρα από κορυφαία ξένα ονόματα (π.χ., δοκίμιο του  Arthur Clark για τον Πόλεμο των κόσμων ή του Thomas Mann για τα διηγήματα του  Chekhov, της Joyce Carol Oates για τον Φράνκενσταϊν κ.ά.) συν τα συνοπτικά αλλά κατατοπιστικά εισαγωγικά και άλλα σημειώματα των μεταφραστών και επιμελητών της σειράς.

Κάποιος που γνωρίζει καλά ένα κλασικό λογοτεχνικό έργο όπως, π.χ., Το Στρίψιμο της βίδας, θα έχει την ευκαιρία να προσεγγίσει το αγαπημένο κείμενο μέσα και από άλλες οδούς, με εγγυημένη την αναγνωστική απόλαυση. Τέλος, η συγκεκριμένη σειρά ευτύχησε και ως προς το σχεδιαστικό, εικαστικό μέρος με εξώφυλλα που συνδυάζουν δεξιοτεχνικά την εγνωσμένη αξία του κλασικού με το αέναα ερεθιστικό περιεχόμενο που κρύβει μέσα του το εκάστοτε κείμενο.  

Ηλίας ΜαγκλίνηςΠιστεύετε ότι ο H. G. Wells είναι ένα παραγνωρισμένος συγγραφέας όσον αφορά το ελληνικό κοινό; Η αλήθεια είναι ότι ξέρουμε κάποια έργα του αλλά πολύ λίγο τον ίδιο. Και από τα έργα του ξέρουμε μονάχα τα πολύ καθιερωμένα, π.χ., τον Αόρατο άνθρωπο και τον Πόλεμο των κόσμων. Ωστόσο, ο Wells υπήρξε πολυγραφότατος και είχε πρωτοποριακές ιδέες για την εποχή του, με ιστορίες για ανθρώπους που ταξιδεύουν σε άλλες διαστάσεις και επιστρέφουν στο σύμπαν μας... αντεστραμμένοι, σα να εγκλωβίστηκαν μέσα σε έναν καθρέφτη ή για αγγέλους που έπεσαν στη Γη, για ατομικές βόμβες, χωρίς ακόμα να ξέρει ότι μιλά για ατομικά όπλα φυσικά.

Πέρα από την δύναμη του οραματισμού του, ήταν χαρισματικός αφηγητής, εκπληκτικός storyteller. Συνεπώς, ναι, στην Ελλάδα δεν τον ξέρουμε και πολύ καλά. Αφήστε που για πολλά χρόνια θεωρούνταν, όπως ο Βερν, παιδικός συγγραφέας. Τεράστια παρεξήγηση. 

Τι θα λέγατε σε όσους ακόμα θεωρούν την επιστημονική φαντασία αφελή και στα όρια της παραλογοτεχνίας; Θα τους έλεγα ότι δεν ξέρουν τι λένε. Ας διαβάσουν τον Wells, ας διαβάσουν και Philip K. Dick ή Robert Heinlein, ας διαβάσουν τον David Mitchell και την Ursula Le Guin και μετά ας μιλήσουμε ξανά. Το παραμυθάκι με την επιστημονική φαντασία ως παραλογοτεχνία έχει λήξει εδώ και πολλές δεκαετίες. Ως προς την αφέλεια, νομίζω ότι υπάρχουν ένα σωρό αστυνομικά μυθιστορήματα που είναι εξοργιστικά αφελή. Και εξαρτάται τι εννοούμε με την έννοια του αφελούς. Αν μιλάμε με όρους υπεραπλούστευσης, ναι είναι κάτι κακό - αλλά αυτό το βρίσκεις σε όλα τα λογοτεχνικά είδη. 

* Αποκλειστικά στο Esquire ένα απόσπασμα από το βιβλίο.

Πώς συναντήθηκα με τον εφημέριο

Ο Πόλεμος των Κόσμων illustration
Εικονογράφηση για τη βελγική έκδοση του μυθιστορήματος (1906) από τον Βραζιλιάνο Henrique Alvim Corrêa.

Ύστερα από αυτό το απρόσμενο μάθημα περί της ισχύος των γήινων όπλων, οι Αρειανοί υποχώρησαν στην αρχική τους θέση, στον δρυμό του Χόρσελ. Μέσα στη βιασύνη τους και φορτωμένοι με τα υπολείμματα του κατεστραμμένου τους συντρόφου, αγνόησαν χωρίς αμφιβολία πολλά τυχαία και ασήμαντα θύματα όπως εγώ. Αν είχαν αφήσει τον σύντροφό τους και είχαν συνεχίσει την πορεία τους, τίποτε δε στεκόταν εμπόδιο ανάμεσα σ’ αυτούς και στο Λονδίνο, εκτός από κάποιες συστοιχίες πυροβόλων των δώδεκα λιβρών, και σίγουρα θα έφταναν στην πρωτεύουσα πριν καν φτάσει η είδηση ότι πλησιάζουν. Και ο ερχομός τους θα ήταν αιφνιδιαστικός, φοβερός και καταστροφικός όσο και ο σεισμός που κατέστρεψε τη Λισαβόνα έναν αιώνα νωρίτερα.

Δε βιάζονταν όμως. Ο ένας κύλινδρος ακολουθούσε τον άλλο στη διαπλανητική πτήση τους· κάθε εικοσιτετράωρο τους έφερνε ενισχύσεις. Και στο μεταξύ, οι επικεφαλής του στρατού και του ναυτικού, που πλέον είχαν πλήρη εικόνα της τρομακτικής ισχύος των αντιπάλων τους, εργάζονταν πυρετωδώς. Κάθε λεπτό ένα νέο κανόνι έπαιρνε θέση, ώσπου πριν ακόμα πέσει το σκοτάδι κάθε αλσύλλιο, κάθε σπίτι στις πλαγιές γύρω από το Κίνγκστον και το Ρίτσμοντ έκρυβε και μια πανέτοιμη μαύρη κάννη. Και σ’ όλη την καμένη και ερημωμένη περιοχή –κάπου πενήντα στρέμματα συνολικά– γύρω από το στρατόπεδο των Αρειανών στον δρυμό του Χόρσελ, μέσα από τα καρβουνιασμένα και ρημαγμένα χωριά στα πράσινα δάση, μέσα από τις στοές των μαυρισμένων κορμών που ακόμα κάπνιζαν και που μόλις την προηγούμενη μέρα ήταν δασάκια με πεύκα, εμφανίζονταν οι αφοσιωμένοι ανιχνευτές με τους ηλιογράφους που ειδοποιούσαν τους πυροβολητές για την προσέγγιση των Αρειανών. Τώρα όμως οι Αρειανοί καταλάβαιναν τον τρόπο που χειριζόμαστε το πυροβολικό και τον κίνδυνο που έκρυβε η εγγύτητα με τους ανθρώπους, ενώ από την άλλη κανένας Γήινος δεν τολμούσε πια να πλησιάσει κύλινδρο σε απόσταση μικρότερη των δύο χιλιομέτρων, παρά μόνο με τίμημα τη ζωή του.

Ο Πόλεμος των Κόσμων εξώφυλλο ΓουέλςΚατά τα φαινόμενα, οι γίγαντες αυτοί πέρασαν το μεγαλύτερο μέρος του απογεύματος κάνοντας διαδρομές για να μεταφέρουν τα πάντα από τον δεύτερο και τον τρίτο κύλινδρο –τον δεύτερο που βρισκόταν στο γήπεδο του γκολφ και τον τρίτο στο Πίρφορντ– στον αρχικό κρατήρα στον δρυμό του Χόρσελ. Εκεί, όρθιος πάνω από τα μαυρισμένα ρείκια και τα κατεστραμμένα κτίρια που απλώνονταν παντού, στεκόταν ένας σαν φρουρός, ενώ οι υπόλοιποι εγκατέλειψαν τις πελώριες πολεμικές μηχανές τους και κατέβηκαν κι αυτοί στον κρατήρα. Εκεί μέσα δούλευαν μέχρι αργά τη νύχτα και η στήλη του πυκνού πράσινου καπνού που υψωνόταν ήταν ορατή από τους λόφους γύρω από το Μέροου ή ακόμα, όπως έλεγαν, και από το Μπάνστεντ και το Έπσομ Ντάουνς.

Όσο οι Αρειανοί, πίσω μου, προετοιμάζονταν για την επόμενη επιχείρηση και η ανθρωπότητα, μπροστά μου, συσπειρωνόταν για τη μάχη, εγώ με τεράστιο κόπο πήρα τον δρόμο για το Λονδίνο, μακριά από τις φωτιές και τους καπνούς του φλεγόμενου Ουέιμπριτζ.

Είδα μια εγκαταλελειμμένη βάρκα, μικρή και απομακρυσμένη, να πλέει κατεβαίνοντας το ρεύμα του ποταμού. Πετώντας τότε από πάνω μου τα περισσότερα από τα μουσκεμένα μου ρούχα, την ακολούθησα, την έφτασα κι έτσι δραπέτευσα από εκείνο τον όλεθρο. Η βάρκα δεν είχε κουπιά, αλλά κατάφερα να κωπηλατήσω όσο μου το επέτρεπαν τα τσουρουφλισμένα χέρια μου προς το Χάλιφορντ και το Ουόλτον, προχωρώντας με πολύ αργό ρυθμό και κοιτώντας διαρκώς, όπως είναι κατανοητό, πίσω από την πλάτη μου. Ακολούθησα το ποτάμι γιατί θεώρησα ότι το νερό αποτελούσε την καλύτερη δυνατότητα διαφυγής σε περίπτωση που οι γίγαντες επέστρεφαν.

Το καυτό νερό από την καταστροφή του Αρειανού κυλούσε με το ρεύμα μαζί μου, κι έτσι επί σχεδόν δύο χιλιόμετρα έβλεπα ελάχιστα τις όχθες. Κάποια στιγμή πάντως διέκρινα μια σειρά από σκούρες φιγούρες να διασχίζουν βιαστικά τα λιβάδια μετά το Ουέιμπριτζ. Το Χάλιφορντ φαινόταν έρημο και πολλά από τα σπίτια που έβλεπαν στο ποτάμι καίγονταν. Ήταν παράξενο να βλέπεις το μέρος αυτό τόσο σιωπηλό, τόσο έρημο κάτω από τον καυτό γαλανό ουρανό, με τον καπνό και τις λεπτές γλώσσες της φωτιάς να υψώνονται μέσα στη ζέστη του απογεύματος. Πρώτη φορά αντίκριζα σπίτια να καίγονται χωρίς πλήθη μαζεμένα τριγύρω τους. Λίγο παρακάτω, τα ξερά καλάμια της όχθης κάπνιζαν πυρωμένα, ενώ ένα μέτωπο φωτιάς προχωρούσε σταθερά προς τα ενδότερα διασχίζοντας ένα κάποτε λιβάδι με χορτάρι.

Για πολλή ώρα είχα αφεθεί απλώς στο ρεύμα – ήταν τόσος ο πόνος και η εξάντλησή μου μετά τη βία που είχα βιώσει και τόσο υψηλή η θερμοκρασία του νερού. Έπειτα όμως οι φόβοι μου πήραν ξανά το πάνω χέρι και ξανάρχισα να κωπηλατώ με τα χέρια. Ο ήλιος τσουρούφλιζε τη γυμνή μου πλάτη. Τελικά, μόλις φάνηκε η γέφυρα του Ουόλτον στη στροφή του ποταμού, ο πυρετός και η αδυναμία μου υπερίσχυσαν και πάλι, κι έτσι βγήκα στην όχθη του Μίντλσεξ και ξάπλωσα μισοπεθαμένος μέσα στα ψηλά χορτάρια. Η ώρα πρέπει να ήταν τέσσερις ή πέντε το απόγευμα. Κάποια στιγμή σηκώθηκα, περπάτησα κάπου ένα χιλιόμετρο χωρίς να συναντήσω ψυχή, κι ύστερα ξάπλωσα ξανά στον ίσκιο ενός θάμνου. Νομίζω πως θυμάμαι, σ’ εκείνη την τελευταία φάση, να μιλάω μόνος μου, χωρίς ειρμό. Επίσης, διψούσα πολύ και μετάνιωνα φρικτά που δεν είχα πιει περισσότερο νερό. Παραδόξως, ένιωθα θυμωμένος με τη γυναίκα μου· δεν ξέρω πώς εξηγείται αυτό, αλλά η ανήμπορη λαχτάρα μου να φτάσω στο Λέδερχεντ με ταλαιπωρούσε αφόρητα.

Δε θυμάμαι και πολύ καθαρά την άφιξη του εφημέριου, άρα μάλλον με είχε πάρει για λίγο ο ύπνος. Αντιλήφθηκα απλώς μια καθιστή μορφή με πουκάμισο μαυρισμένο από την κάπνα, και το καλοξυρισμένο του πρόσωπο να κοιτάζει το αμυδρό φως που τρεμόπαιζε στον ορίζοντα. Ο ουρανός είχε γίνει αυτό που λέμε στα μέρη μας "σκουμπρί" – σειρές σειρές αχνά σύννεφα σαν πούπουλα, ελάχιστα χρωματισμένα από το καλοκαιριάτικο ηλιοβασίλεμα.

Ανακάθισα και το θρόισμα από την κίνησή μου τον έκανε αμέσως να κοιτάξει προς το μέρος μου.

"Έχεις καθόλου νερό;" ρώτησα απότομα.

Εκείνος κούνησε το κεφάλι.

"Ζητάς νερό εδώ και μία ώρα", είπε.

Μείναμε για λίγο αμίλητοι, ζυγίζοντας ο ένας τον άλλο. Είμαι βέβαιος ότι του φαινόμουν παράξενος, έτσι γυμνός, με εξαίρεση το μουσκεμένο παντελόνι και τις κάλτσες μου, τσουρουφλισμένος από τον ήλιο, με πρόσωπο και ώμους κατράμι από την καπνιά. Το πρόσωπό του ήταν ισχνό, με κοντό πιγούνι, ενώ τα μαλλιά του έπεφταν σγουρά, ξανθές μπούκλες στο χαμηλό του μέτωπο. Τα μάτια του ήταν μάλλον μεγάλα, ένα χρώμα ανοιχτό γαλάζιο, και κοιτούσαν ανέκφραστα. Μίλησε ξανά απότομα, κοιτάζοντας αφηρημένα αλλού.

"Τι σημαίνουν όλα αυτά;" είπε. "Τι σημαίνουν;"

Εγώ απέμεινα να τον κοιτάζω και δεν απάντησα.

Άπλωσε το λεπτό λευκό του χέρι και μίλησε ξανά με έναν τόνο σχεδόν καταγγελτικό.

"Γιατί να επιτρέπονται αυτά τα πράγματα; Τι αμαρτίες πληρώνουμε; Το πρωί, μόλις τελείωσε η λειτουργία, περπατούσα στον δρόμο για να καθαρίσει το μυαλό μου και να είμαι έτοιμος για το απόγευμα και ξαφνικά – φωτιά, σεισμός, θάνατος! Λες και ήμασταν τα Σόδομα και τα Γόμορρα! Όλη η δουλειά μας στράφι, τόση δουλειά… Τι είναι αυτοί οι Αρειανοί;"

"Εμείς τι είμαστε;" απάντησα ξεροβήχοντας.

Αγκάλιασε τα γόνατά του και έστρεψε ξανά το βλέμμα του πάνω μου. Για περίπου μισό λεπτό με κοιτούσε σιωπηλός.

"Περπατούσα στον δρόμο για να καθαρίσει το μυαλό μου", είπε. "Και ξαφνικά – φωτιά, σεισμός, θάνατος!"

Τον ρούφηξε και πάλι η σιωπή, με το πιγούνι του αυτή τη φορά χαμένο ανάμεσα στα γόνατά του.

Κάποια στιγμή άρχισε να κουνάει το χέρι του στον αέρα.

"Τόση δουλειά – τα κατηχητικά την Κυριακή… Τι κακό κάναμε – τι κακό έκανε το Ουέιμπριτζ; Πάνε όλα – τα πάντα καταστράφηκαν. Η εκκλησία! Μόλις πριν από τρία χρόνια την ξαναχτίσαμε. Πάει! Χάθηκε, εξαφανίστηκε! Γιατί;"

Άλλη μια παύση και μετά νέο ξέσπασμα σαν παρανοϊκός.

"Και ο καπνός αυτής αναβαίνει εις τους αιώνας των αιώνων!"[1] αναφώνησε.

Τα μάτια του άστραψαν καθώς με το ισχνό του δάχτυλο έδειξε προς το Ουέιμπριτζ.

Είχα αρχίσει πια να καταλαβαίνω περί τίνος επρόκειτο. Η τρομακτικά τραγική κατάσταση στην οποία είχε βρεθεί –ήταν προφανές ότι είχε διαφύγει από το Ουέιμπριτζ– τον είχε φέρει στα όρια της παράνοιας.

"Είμαστε πολύ μακριά από το Σάνμπερι;" είπα με ύφος εντελώς ουδέτερο.

"Τι θα κάνουμε;" ρώτησε εκείνος. "Αυτά τα όντα είναι παντού; Τους έχει παραδοθεί ολόκληρη η Γη;"

"Είμαστε πολύ μακριά από το Σάνμπερι;"

"Μόλις σήμερα το πρωί χοροστάτησα στην πρωινή λειτουργία…"

"Τα πράγματα άλλαξαν", πρόσθεσα χαμηλόφωνα. "Πρέπει να κρατήσουμε την ψυχραιμία μας. Υπάρχει ακόμα ελπίδα".

"Ελπίδα!"

"Ναι. Πολλές ελπίδες – παρ’ όλη την καταστροφή!"

Άρχισα να του εξηγώ την άποψή μου σχετικά με τη θέση στην οποία βρισκόμασταν. Στην αρχή με άκουγε, όσο προχωρούσα όμως, το ενδιαφέρον που γεννήθηκε στα μάτια του άρχισε να δίνει τη θέση του στο προηγούμενο απλανές βλέμμα, που στράφηκε ξανά αλλού.

"Είναι σίγουρα η αρχή του τέλους", είπε διακόπτοντάς με. "Το τέλος! Η τρομερή ημέρα του Κυρίου! Η μέρα που οι άνθρωποι θα ζητούν από τα βουνά και τους βράχους να πέσουν επάνω τους για να τους κρύψουν – να τους κρύψουν από το πρόσωπο Εκείνου που κάθεται επί του θρόνου Του!"[2]

Άρχισα να καταλαβαίνω την κατάσταση. Παράτησα τους περίπλοκους συλλογισμούς μου, σηκώθηκα με κόπο και όρθιος πια μπροστά του, ακούμπησα το χέρι μου στον ώμο του.

"Φέρσου σαν άντρας!" είπα. "Έχεις χάσει το μυαλό σου από τον φόβο! Τι νόημα έχει η θρησκεία όταν καταρρέει έτσι κάτω από το βάρος της συμφοράς; Σκέψου τι έχει υποστεί στο παρελθόν ο άνθρωπος από τους σεισμούς και τις πλημμύρες, τους πολέμους και τα ηφαίστεια! Νόμιζες πως ο Θεός είχε εξαιρέσει το Ουέιμπριτζ απ’ όλα αυτά; Δεν είναι ασφαλιστικός πράκτορας ο Θεός".

Έμεινε για λίγο βυθισμένος στη σιωπή.

"Και πώς θα γλιτώσουμε;" ρώτησε ξαφνικά. "Αυτοί είναι άτρωτοι, είναι ανελέητοι".

"Ενδέχεται να μην είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο", απάντησα. "Και όσο πιο ισχυροί είναι αυτοί, τόσο πιο λογικοί και προσεκτικοί θα πρέπει να είμαστε εμείς. Δεν πάνε ούτε τρεις ώρες που ο ένας τους καταστράφηκε εκεί".

"Καταστράφηκε;" είπε κοιτώντας γύρω του. "Πώς είναι δυνατόν να καταστραφεί ένας απεσταλμένος του Θεού;"

"Το είδα να συμβαίνει". Και του αφηγήθηκα τη σκηνή. "Απλώς έλαχε σ’ εμάς να ζήσουμε τα χειρότερα", είπα, "κι αυτό είναι όλο".

"Τι είναι αυτές οι αναλαμπές στον ουρανό;" ρώτησε ο άλλος απότομα.

Του είπα πως ήταν τα σήματα του ηλιογράφου – ένα μήνυμα για ανθρώπινη βοήθεια και προσπάθεια στον ουρανό.

"Όσο κι αν είναι ήρεμα τα πράγματα τώρα", είπα, "είμαστε στο επίκεντρο. Αυτή η αναλαμπή στον ουρανό λέει πως πλησιάζει καταιγίδα. Εκεί πέρα, φαντάζομαι, είναι οι Αρειανοί, ενώ προς το Λονδίνο, εκεί όπου υψώνονται οι λόφοι γύρω από το Ρίτσμοντ και το Κίνγκστον και τα δέντρα παρέχουν κάλυψη, αυτή τη στιγμή χτίζονται οχυρώσεις και τοποθετούνται κανόνια. Κάποια στιγμή οι Αρειανοί θα ξανάρθουν κατά δω".

Δεν είχα τελειώσει ακόμα τη φράση μου, όταν πετάχτηκε όρθιος και με μια χειρονομία με σταμάτησε.

"Άκου!" είπε.

Πίσω από τους χαμηλούς λόφους στην άλλη πλευρά του ποταμού ακούστηκε η αντήχηση κανονιών και μια παράξενη μακρινή κραυγή. Μετά όλα έγιναν και πάλι σιωπηλά. Ένα σκαθάρι πέρασε βουίζοντας πάνω από τους θάμνους του φράχτη και πάνω από τα κεφάλια μας. Ψηλά στον ουρανό, στα δυτικά, το νέο φεγγάρι κρεμόταν αχνό, χλομό πάνω από τους καπνούς του Ουέιμπριτζ και του Σέπερτον, πάνω από την πύρινη λαμπρότητα του ηλιοβασιλέματος.

"Καλύτερα ν’ ακολουθήσουμε αυτό το μονοπάτι", είπα, "προς βορρά".

[1] Ιωάννου, Αποκάλυψις 19.3. (Σ.τ.Μ.)

[2] Ιωάννου, Αποκάλυψις 6.16: "Και λέγουσι τοις όρεσι και ταις πέτραις· πέσατε εφ’ ημάς και κρύψατε ημάς από προσώπου του καθημένου επί του θρόνου και από της οργής του αρνίου". (Σ.τ.Μ.)

ΜΗ ΧΑΣΕΙΣ

Περισσoτερα για Μουσική

ΔΙΑΒΑΣΕ ΑΚΟΜΑ

Ο Francis Ford Coppola εξηγεί πώς ο "Νονός" του άλλαξε τη ζωή

Ο διάσημος σκηνοθέτης αποτίει φόρο τιμής στο εμβληματικό μυθιστόρημα με αφορμή τα πενήντα χρόνια που κλείνει η πρώτη έκδοση.

Ο ισχυρός δεσμός ανάμεσα σε έναν άντρα και το ρολόι του

Το λεύκωμα "A Μan & Ηis Watch" περιλαμβάνει θρυλικές ιστορίες από 76 διαχρονικά ρολόγια και τους διάσημους ιδιοκτήτες τους.