Funeral: Το αριστούργημα των Arcade Fire

Δεκαπέντε χρόνια μετά, το άλμπουμ των Καναδών παραδίδει ακόμα μαθήματα indie σύνθεσης και ατμοσφαιρικής ομορφιάς.

Γράφει: Γιώργος Ρομπόλας 14 Σεπτεμβρίου 2019

Δεκαπέντε χρόνια πριν, ο κόσμος της μουσικής ήταν ένας τελείως διαφορετικός κόσμος. Το downloading ζούσε την πρώτη μεγάλη έκρηξή του, βάζοντας βόμβες στα σαθρά θεμέλια των δισκογραφικών εταιρειών. Το hip hop δεν είχε γίνει ακόμα ο απόλυτος κυρίαρχος του παιχνιδιού, το post rock κυριαρχούσε στο underground και η κιθαριστική rock βρισκόταν επίσης σε άνοδο. Κάπου εκεί, ήταν που έσκασε σα βόμβα το Funeral των Arcade Fire, ακριβώς 15 χρόνια πριν από σήμερα.

 Τεράστιο συνθετικό ταλέντο που πατά σε απλές δομές χωρίς να προσπαθεί να εντυπωσιάσει για χάρη του εντυπωσιασμού, πανέξυπνες συνθέσεις που γνωρίζουν καλά πώς να χρησιμοποιούν κιθάρες με πλήκτρα -Neighborhood #1 (Tunnels)-, χορωδιακά φωνητικά που σου παίρνουν το μυαλό -Wake Up-, αγριεμένες κιθάρες μαζί με βιολιά σε up tempo ρυθμούς -Neighborhood #2 (Laika)-, folk ακροβατισμοί -Neighborhood #4 (7 Kettles)- με εύθραυστες ερμηνείες και -κυρίως- πολύ, πάρα πολύ συναίσθημα.

Ή μάλλον για να το πούμε πιο σωστά: Τόνους συναισθήματος που δεν καταφέρνουν το αδύνατο. Να μην κατρακυλήσουν, δηλαδή, ποτέ στην εύκολη λύση του μελό.

Το Funeral των Arcade Fire έμοιαζε με μία σαφή δήλωση απέναντι σε όλους εκείνους που θεωρούσαν ότι το indie rock είχε φάει τα ψωμιά του. Οι Καναδοί κατάφεραν να φέρουν μία μικρή επανάσταση, χρησιμοποιώντας υλικά δεκαετιών και indie λογικές που, τελικά, αν συνδυαστούν σωστά μπορούν να παράγουν ένα τελείως διαφορετικό αλλά πολύ δυνατό αποτέλεσμα. Άλλωστε, μιλώντας για ομορφιά, εκείνο ήταν και το στοιχείο που μπόρεσαν να φέρουν στην επιφάνεια με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Αν υπήρχε μονάχα ένας επιθετικός προσδιορισμός για αυτό το άλμπουμ, αυτός δεν θα ήταν άλλος από "όμορφο".

Πώς όμως ακούγεται όμορφο κάτι που ο τίτλος του είναι "κηδεία"; Σε αντίθεση με πολλά γκρουπ που προσπαθούν να σοκάρουν και να εντυπωσιάσουν τα μέλη των Arcade Fire κοίταξαν γύρω τους αλλά κυρίως βαθιά μέσα τους. Σχεδόν όλοι τους είχαν χάσει πρόσφατα κάποιον δικό τους άνθρωπο. Έτσι, ίσως κι ενστικτωδώς, έβγαλαν στη μουσική τους μία πανανθρώπινη αλήθεια: Ο μόνος, ουσιαστικός τρόπος για να έρθει ένας νεαρός άνθρωπος αντιμέτωπος με τον θάνατο είναι η ομορφιά. Δεν υπάρχει τίποτα άλλο που να μπορεί να κρατήσει μακριά το σκοτάδι του.


Ένας άρτιος δίσκος γεμάτος από ειλικρινείς προθέσεις. Ένα άλμπουμ πανέμορφο αν και σκληρό, πανέξυπνο αν και απλό, αφού η πολυπλοκότητα δεν ταιριάζει σε νεανικές κραυγές.


Οι διθυραμβικές κριτικές που πήρε στην εποχή του, και συνεχίζει να λαμβάνει σε κάθε αφιέρωμα που έχει σχέση με την αρχή του 21ου αιώνα, μόνο τυχαίες δεν είναι. Το Pitchfork το είχε ανακηρύξει δίσκο της χρονιάς, για να του δώσει τη δεύτερη θέση στους καλύτερους 100 δίσκους των 00s ενώ το Rolling Stone (που ως γνωστόν δεν τρέφει κάποια ιδιαίτερη αγάπη προς το indie) το έχει τοποθετήσει στην τιμητική 151η θέση στους 500 πιο σημαντικούς δίσκους όλων των εποχών. Ή για να επανέλθουμε στο Pitchfork και να χρησιμοποιήσουμε πιο απλά τα λόγια του: "Ένα συγκλονιστικό ντεμπούτο, καλοφτιαγμένου art-rock γεμάτο από πάθος και ατμόσφαιρα".

Τελικά, είναι το Funeral απλά ένα κορυφαίο ντεμπούτο μίας κορυφαίας μπάντας; Καταρχάς, παρότι το Reflector (2013) έλαβε θερμότατης υποδοχής παγκοσμίως, όντας ένα απίστευτα πολύπλοκο μεν εύκολο με την καλή έννοια στην ακρόαση όμως άλμπουμ, τελικά δεν κατάφερε ποτέ να ξεπεράσει την αξία του Funeral. Διότι αν εκείνο ήταν μία δύσκολη αλλά πετυχημένη άσκηση στο μέλλον της indie rock, το ντεμπούτο των Καναδών ήταν πολλά περισσότερα πράγματα.

Ήταν ένας άρτιος δίσκος γεμάτος από ειλικρινείς προθέσεις. Ένα άλμπουμ πανέμορφο αν και σκληρό, πανέξυπνο αν και απλό, αφού η πολυπλοκότητα δεν ταιριάζει σε νεανικές κραυγές. Δεν έχει θέση σε μία φρέσκια επαναστατικότητα που δεν θέλει να συγκρουστεί άμεσα με δυνάμεις καταστολής αλλά, αντίθετα, ψάχνει να βρει ξανά τη χαμένη ανθρωπιά και τον ουσιαστικό ρομαντισμό σε ένα σύγχρονο σύμπαν που είχε αρχίσει ήδη από το 2004 να μοιάζει με ηλεκτρονική φυλακή. Ένα ατόφιο δεκάρι.


Φωτογραφίες © Getty Images

ΜΗ ΧΑΣΕΙΣ

ΔΙΑΒΑΣΕ ΑΚΟΜΑ

Όλες οι εμφανίσεις των MTV VMAs σε κατάταξη

Από την χειρότερη στην καλύτερη, από τη Lizzo και τη Missy Elliott μέχρι την Taylor Swift.

52 χρόνια πριν οι Τhe Who έβαλαν φωτιά στον εξοπλισμό τους live στην τηλεόραση

Ήταν 1967 όταν ο Keith Moon αποφάσισε να βάλει μία βόμβα στα θεμέλια της rock.