Γιατί τον καλό Woody Allen δε θα τον βρεις στις αίθουσες

Τελείωσε η μεγάλη οθόνη για τον μεγάλο νευρωτικό;

Γράφει: Χριστίνα Φαραζή 17 Ιουνίου 2018

Για περίπου 25 χρόνια, από το Ζητείται εγκέφαλος για ληστεία το 1969 μέχρι το Σφαίρες πάνω από το Μπρόντγουεϊ το 1994, ο Woody Allen ήταν από τους πιο συναρπαστικούς και εμβληματικούς σκηνοθέτες του Χόλιγουντ. Οι πρώιμες κωμωδίες του ήταν μια αποκάλυψη. Τα πιο ώριμα έργα του –Νευρικός εραστής, Μανχάταν, Το πορφυρό ρόδο του Καΐρου, Η Χάνα και οι αδελφές της– ήταν από τις καλύτερες ταινίες της εποχής.

Προσλαμβάνοντας σχεδόν πάντα τον εαυτό του στους κεντρικούς ρόλους, κατάφερε όχι μόνο να κάνει cool τις νευρώσεις του, αλλά και αποδεκτό στο κοινό ένα χιούμορ με έντονες εβραϊκές αναφορές. Κι αν για πολλούς ο φόρος τιμής του στον Bergman (Εσωτερικές σχέσεις, Μια άλλη γυναίκα) και στον Fellini (Ζωντανές αναμνήσεις, Άλις: Άπιστη ή απατημένη;) δεν ήταν απολύτως επιτυχημένος, φανέρωνε τη βαθιά αγάπη του για την τέχνη, τη λογοτεχνία και τη φιλοσοφία. Μόνος ανάμεσα σε σπουδαίους σκηνοθέτες της εποχής του, ο κουλτουριάρης νευρωτικός του σινεμά ήταν σαν να ψιθύριζε στο αφτί των θεατών τα εσώψυχά του παίζοντας επανειλημμένες –σε καμία περίπτωση βαρετές– παραλλαγές του ίδιου ήρωα: ενός άντρα που ήταν ουσιαστικά το alter ego του.

Σήμερα, διανύοντας την όγδοη δεκαετία της ζωής του, συνεχίζει να σκηνοθετεί με τον ίδιο φρενήρη ρυθμό παραδίδοντας κάθε χρόνο κι από ένα φιλμ. Η ποσότητα της δουλειάς του έχει παραμείνει αναλλοίωτη. Η ποιότητα, πάλι, έχει διαφοροποιηθεί αισθητά. Με το Match Point και τη Θλιμμένη Τζάσμιν να αποτελούν ό,τι καλύτερο –αν και υπερεκτιμημένο, λόγω της ελπίδας για επιστροφή στην πρώιμη φόρμα του– έχει να επιδείξει ο Allen την τελευταία εικοσαετία, η υπόλοιπη φιλμογραφία του είναι βουτηγμένη στη μετριότητα και δεν το λέω εγώ, εκείνος το λέει.

Προ ετών είχε εξομολογηθεί σε συνεντεύξεις του ότι "παλεύει να ξεφύγει από τη μετριότητά του", ότι "αν ποτέ έκανε μια σπουδαία ταινία, θα ήταν τυχαίο γεγονός" και ότι "είναι τεμπέλης και σε καμία περίπτωση τελειομανής". Μάλιστα έχει πει χαρακτηριστικά: "Την ώρα που οι Steven Spielberg και Martin Scorsese ιδρώνουν και ξενυχτούν για την παραμικρή λεπτομέρεια, εγώ θέλω να τρέξω σπίτι μου μόλις το ρολόι δείξει έξι το απόγευμα. Να φάω και να δω μπάλα. Η δουλειά μου δεν ορίζει πλέον την ύπαρξή μου". Και "Τότε, γιατί δε σταματάς, ρε μεγάλε;" θα τον ρωτούσα εγώ. Η απάντηση που πιθανόν θα λάμβανα θα ήταν μάλλον αυτή που είχε δώσει πριν από χρόνια: "Εάν δεν έκανα ταινίες, εάν δε δούλευα, θα αναγκαζόμουν να κάθομαι σπίτι και να αναμασάω στο μυαλό μου άλυτα προβλήματα που θα μου προκαλούσαν κατάθλιψη".

Είναι καιρός πολύς που ο Woody Allen έχει κουραστεί, έχει χάσει τη σπιρτάδα, την ηδονιστική φλυαρία του, ακόμη και τις ιντριγκαδόρικες νευρώσεις του. Το καταλαβαίνει κι ο ίδιος. Έχει μεγαλώσει. Δεν έχει τίποτα καινούριο να πει. Τίποτα που θα σε προβληματίσει και θα σε κάνει να δεις τη ζωή, έστω και για κάτι λιγότερο από 120 λεπτά, με άλλο μάτι. Το δικό του μάτι. Απλά κάνει σινεμά. Τόσο εύκολα όσο εύκολα αναπνέει στα 82 του χρόνια. Είναι το μόνο αποδεδειγμένο πράγμα που μπορεί να τον γλιτώσει από τα υπαρξιακά άγχη του. Ίσως γι’ αυτό και να μη νιώθει πια καμία ανάγκη να αποδείξει το παραμικρό. Το έκανε εξάλλου και με το παραπάνω στις δεκαετίες του ’70, του ’80 και του ’90. Εκεί όπου ανατρέχω για να βρω τον Woody που αγαπώ. Ξέρω πολύ καλά ότι στις αίθουσες δε ζει πια.

ΜΗ ΧΑΣΕΙΣ

Περισσoτερα για Tv

ΔΙΑΒΑΣΕ ΑΚΟΜΑ

Γιατί ο Daniel Day-Lewis είναι ο καλύτερος μαθητής του Stanislavski

Ο μεθοδικός του Χόλιγουντ στο κύκνειο άσμα της καριέρας του.