Η λεπτή ειρωνεία του Σταύρου Τσιώλη

Ο σημαντικός Έλληνας σκηνοθέτης έφυγε στα 82 του χρόνια, το έργο του όμως άφησε εποχή.

Γράφει: Γιώργος Ρομπόλας 23 Ιουλίου 2019

Δεν είναι πολλοί οι δημιουργοί που νιώθεις ότι γνωρίζεις προσωπικά. Ανάμεσα στον θεατή και τον σκηνοθέτη μεσολαβεί μία απόσταση που ισοδυναμεί συνήθως με χάος. Κάθεσαι στην καρέκλα του σινεμά, οι τίτλοι πέφτουν μαζί με μία πομπώδη, συνήθως, μουσική, διάσημα ονόματα ηθοποιών κάνουν παρέλαση μπροστά στα μάτια σου και βρίσκεσαι μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα σε κάποιο μαγικό σύμπαν: στη φανταχτερή Νέα Υόρκη, σε κάποιο πεδίο μάχης του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, σε κάποιον γαλαξία πολύ πολύ μακριά από εδώ.

Κι όμως μία ταινία του Σταύρου Τσιώλη, που έφυγε πριν λίγες ώρες πλήρης ημερών στα 82 του χρόνια, κάνει ακριβώς την αντίθετη διαδρομή· σε επαναφέρει στην απτή ελληνική πραγματικότητα, γεμάτη χαρακτήρες που γνωρίζεις καλά, πηγαίο χιούμορ και μία ποιητική διάθεση βαθιά λαϊκή που δεν χάνεται σε δύστροπους καλλιτεχνικούς λαβύρινθους. 

Η σκληρή κριτική στην κοινωνία της μεταπολίτευσης έκανε αισθητή την παρουσία της

"Ο ορισμός του πέναλτι κυρία μου!" φωνάζει ο Γιάννης Ζουγανέλης, γεμάτος από το δίκιο που τον πνίγει, στο magnum opus του Έλληνα σκηνοθέτη. Ας μη λέμε ψέμματα, είναι ελάχιστοι οι θεατές που έχουν δει περισσότερες από μία ταινία του Σταύρου Τσιώλη. Το Ας Περιμένουν οι γυναίκες (1998) για τα 00s, όμως, ήταν κάτι περισσότερο από μία πανέξυπνη και γλυκόπικρη κωμωδία. Υπήρξε με μία μηχανή που γέννησε ατάκες που έγιναν ξανά και ξανά viral στον χυλό του ελληνικού ίντερνετ καθώς όλοι μέναμε στην επιφάνειά τους.

Κάτω όμως από την ατακαδόρικη διάθεση του σκηνοθέτη κρύβονταν πολλά περισσότερα που δεν γίνονταν αντιληπτά με την πρώτη ματιά. Ίσως, ακριβώς, επειδή εκείνος δεν ήθελε να δώσει μασημένη τροφή. Η σκληρή κριτική στην κοινωνία της μεταπολίτευσης όμως (κομματοκρατία, το κονέ ως υπέρτατο όπλο κοινωνικής αναρρίχησης, η οικογενειακή ζωή ως τάφος κάθε ερωτικής επιθυμίας, τα χαμένα όνειρα μίας ολόκληρης γενιάς που πίστεψε στα αυθαίρετα και το βόλεμα με κάποιον μαγικό τρόπο) έκανε αισθητή την παρουσία της μέσα από το πιο ισχυρό όπλο του σινεμά: το έξυπνο και εύστοχο χιούμορ.

Σε αντίθεση με πολλούς άλλους όμως συναδέλφους του, εκείνος φαινόταν να γνωρίζει πολύ καλά τους χαρακτήρες που έβαζε να περιπλανηθούν σε τόσο οικεία σε όλους μας τοπία (η επαρχία, οι εθνικές οδοί, τα κιτς θέρετρα διακοπών). Δεν κουνούσε το δάχτυλο, σιχαινόταν τον διδακτισμό και -κυρίως- έδειχνε μία βαθιά αγάπη για αυτούς τους μικροαστούς που βρίσκονταν μπλεγμένοι κάπου ανάμεσα στο τι θέλουν και στο τι οφείλουν να κάνουν, κάπου ανάμεσα στα υπερβολικά όνειρα κι έναν κώδικα προσωπικής ηθικής που δεν ήταν διατεθειμένοι να σπάσουν.


Ο σκηνοθέτης αγαπούσε πραγματικά τους χαρακτήρες τους, δεν ήθελε να τους βγάλει στη σέντρα σαν απλές καρικατούρες.


Η δικιά τους Οδύσσεια ξεκινούσε από τη Θεσσαλονίκη με τελικό προορισμό τη Θάσο, μόνο που κάπου εκεί στη Χαλκιδική έχαναν το δρόμο τους· μαγεμένοι από το τραγούδι της Σειρήνας που έπαιρνε σάρκα και οστά στο πρόσωπο μίας λαϊκής τραγουδίστριας.

Ο σκηνοθέτης αγαπούσε πραγματικά τους χαρακτήρες τους, δεν ήθελε να τους βγάλει στη σέντρα σαν απλές καρικατούρες - αυτό είναι κάτι που ανέλαβε να κάνει αργότερα το ίντερνετ. Ο Πάνος (Γιάννης Ζουγανέλης), ο Μιχάλης (Αργύρης Μπακιρτζής) κι ο Αντώνης (Σάκης Μπουλάς) είναι απλοί άνθρωποι που όλοι έχουμε στη ζωή μας.


Με το Ας περιμένουν οι γυναίκες όμως έκανε το όνειρο κάθε σκηνοθέτη πραγματικότητα.


Μπορεί να είναι κάποιος θείος χωμένος μέχρι τον λαιμό σε κάποιο κόμμα, ο 50χρονος πατέρας μας που έμοιαζε να πνίγεται καθώς καταλάβαινε ότι η μπογιά του δεν έχει πια πέραση στις γυναίκες, ένας φίλος που κουβαλά μία περίεργη σοφία που δεν χρωστά σε κανένα πανεπιστήμιο αλλά έχει μάθει τα πάντα παρακολουθώντας το περίεργο θέατρο της καθημερινότητας.

Ο Σταύρος Τσιώλης πήγε τη λεπτή ειρωνεία πολλά βήματα παρακάτω

Μπορεί το σύνολο του έργου του Σταύρου Τσιώλη να μην είναι γνωστό στο ευρύ κοινό, με το Ας περιμένουν οι γυναίκες όμως έκανε το όνειρο κάθε σκηνοθέτη πραγματικότητα: Χρησιμοποιώντας μίας τελείως δική του κινηματογραφική γλώσσα και πατώντας πάνω σε βαθιά λαϊκά μοτίβα της μεταπολίτευσης έγινε με τα χρόνια αποδεκτός τόσο από τους κριτικούς όσο κι από το κοινό που απέκτησε μία σχέση λατρείας με το έργο του.

Όχι μόνο οι σινεφίλ αλλά και νέα παιδιά από τη λάθος πλευρά της πόλης που μέχρι τότε είχαν ταυτίσει την έννοια του χιούμορ με τον Μάρκο Σεφερλή. Για αυτό και μόνο θα αξίζουν πάντα συγχαρητήρια στον Σταύρο Τσιώλη. Για αυτό αλλά και για το γεγονός ότι πήγε την τέχνη της λεπτής ειρωνείας πολλά βήματα παρακάτω - σε τέτοιον βαθμό, ώστε πολλές φορές οι ατάκες του ("Είμαστε καλοί δεν θέλουμε το κακό κανενός και μας πατάνε όλοι") να είναι ο μοναδικός τρόπος για να σατιρίσουμε την ελληνική πραγματικότητα. 

ΜΗ ΧΑΣΕΙΣ

Περισσoτερα για Βιβλία

ΔΙΑΒΑΣΕ ΑΚΟΜΑ

Πρώτο trailer για το Hustlers με την Jennifer Lopez

Ή πώς μία ομάδα από strippers έγδυσε τους γιάπηδες της Wall Street.

Η κατάρα των Fantastic Four

Η Marvel ψάχνει τον τρόπο με τον οποίο θα αναστήσει ένα από τα πιο αποτυχημένα της projects.