Μία γλυκόπικρη οικογενειακή saga από την πένα του Θεοδόση Μίχου

Ο γνωστός δημοσιογράφος και ραδιοφωνικός παραγωγός επέστρεψε εκδοτικά με το μυθιστόρημα "Η Αλκμήνη και οι άλλοι". Μία κατάδυση στα καλά κρυμμένα μυστικά της ελληνικής μεταπολίτευσης.

Γράφει: Γιώργος Ρομπόλας 21 Νοεμβρίου 2020

Δημοσιογράφος, ραδιοφωνικός παραγωγός, συγγραφέας. Ο Θεοδόσης Μίχος δίνει την εντύπωση ότι το πνεύμα του δεν ησυχάζει ούτε για μία στιγμή. Πρόσφατα, γνωρίσαμε τη δεύτερη συγγραφική του προσπάθεια με τίτλο Η Αλκμήνη και οι άλλοι (εκδ. Key Books). Μετά το Κράτα το Σόου! (εκδ. Key Books), και τις προσωπικές αφηγήσεις από θρυλικά live που έζησε από πρώτο χέρι, σειρά έχει μία γλυκόπικρη οικογενειακή saga που διατρέχει πολλές δεκαετίες ρίχνοντας φως στα καλά κρυμμένα μυστικά της μεταπολίτευσης.

"Η ιστορία μίας χώρας είναι η ιστορία μίας γυναίκας, ή μήπως το ανάποδο;". Αυτή είναι ερώτηση που καλείται να απαντήσει ο αναγνώστης καθώς περπατά στους διαδρόμους ενός καλογραμμένου και ιδιαίτερα εύστοχου όσον αφορά τις κοινωνικές του επισημάνσεις μυθιστορήματος 320 σελίδων. Όσο για το ποια μυστικά αποκαλύπτονται σε αυτό; Ας αφήσουμε καλύτερα τον ίδιο τον συγγραφέα να τα αποκαλύψει.

Μία γλυκόπικρη οικογενειακή saga από την πένα του Θεοδόση Μίχου

B’ Παγκόσμιος Πόλεμος, Εμφύλιος, Χούντα, Μεταπολίτευση, ΠΑΣΟΚ, μεγάλα όνειρα, τσαλαπατημένες ελπίδες. Πόσο εύκολο ή δύσκολο είναι να χωρέσει όλη η ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας σε ένα βιβλίο και μάλιστα αυτό να γίνει μέσα από αφηγήσεις καθημερινών ανθρώπων; Δεν ήταν ούτε εύκολο ούτε δύσκολο, τουλάχιστον όχι συνειδητά, υπό την έννοια ότι δεν υπήρξε ποτέ αυτό -το να χωρέσει, όπως λες, όλη η ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας σε ένα βιβλίο- το, αγωνιώδες ή μη, μέλημά μου. Όμως μιας και η ιστορία που θέλησα να πω διαδραματίζεται σε πραγματικό χρονικό και χωρικό πλαίσιο, ήταν αναπόφευκτο να συμβεί. Όπως σημειώνεται και στο οπισθόφυλλο του βιβλίου, κανένας άνθρωπος δεν είναι νησί, και αν ενώσει κανείς τα σημεία που καθόρισαν τη μοίρα του καθενός μας ξεχωριστά, θα ιχνογραφήσει μία γραμμή παράλληλη με εκείνη που διατρέχει τη ραχοκοκαλιά της σύγχρονης ιστορίας των συνόρων που μας περιβάλουν.

Η επιλογή του κομβικού χαρακτήρα αλλά και του ονόματος "Αλκμήνη" πώς και γιατί έγινε; Η πρωταγωνίστρια του βιβλίου είναι μια γυναίκα που έχουν δει πολλά τα μπλε μάτια της στα σχεδόν 100 χρόνια της ζωής της, αισθήματα, ιδέες, όνειρα και ανθρώπους να γεννιούνται, να μεγαλώνουν και μετά να χάνονται, μερικές φορές αφήνοντας ίχνη πίσω τους, άλλες όχι. Κύκλοι, κύκλοι, κύκλοι, με εκείνη πάντα παρούσα, όχι πάντα στο κέντρο τους, αλλά ποτέ έξω από την περιφέρειά τους, να μετατοπίζει με το έτσι θέλω (πότε το δικό της, πότε των άλλων) τον άξονα της περιστροφής του καθενός γύρω από τον εαυτό του.

Όσο για την επιλογή του ονόματος, τα εύσημα στο νονό της. Αντιγράφω από το κεφάλαιο 6: "Όλη αυτή την ώρα η Αλκμήνη θα θυμόταν αυτό που της έλεγαν όταν ήταν μικρή, τότε που γκρίνιαζε που δεν είχε ονομαστική γιορτή γιατί ο νονός της είχε πετριά με τη μυθολογία και όλως παραδόξως είχε πείσει τη μάνα και τον πατέρα της να τον αφήσουν να της δώσει το όνομα της μάνας του Ηρακλή. "Για να έχεις δύναμη σε όλη σου τη ζωή, μαρή, το έκανε ο νονός" της έλεγαν οι γονείς της και με τον καιρό το αφήγημα της καλάρεσε".

Μία οικογενειακή saga που διατρέχει τις δεκαετίες και δεν αναπτύσσεται γραμμικά. Μήπως παραείναι δύσκολο ένα τέτοιο ανάγνωσμα για τον μέσο Έλληνα αναγνώστη; Δυσκολεύομαι κάπως να αντιληφθώ και κυρίως να αποδεχθώ την έννοια του "μέσου τάδε", γιατί στις περισσότερες περιπτώσεις είναι ταυτισμένη -ίσως και δικαιολογημένα, δεν ξέρω- με μια μίρλα που, σε αυτή την περίοδο της ζωής μου, προσπαθώ να μη με αφορά. Είναι, αν θες, μια πνευματική άσκηση: να μην τα βάφεις μαύρα, να επιμένεις να πιστεύεις ότι η αισιοδοξία -που δυστυχώς κάποιοι την ταυτίζουν με την τσιριμπίμ τσιριμπόμ αφασία- είναι θέση και όχι φύση. Αυτό έλειπε.

Οπότε στην προκειμένη περίπτωση για να συνεννοηθούμε θα ορίσω τον μέσο αναγνώστη με βάση τα στοιχεία μιας περσινής έρευνας που έτυχε να διαβάσω πρόσφατα, για τις αναγνωστικές συνήθειες των Ελλήνων και σύμφωνα με την οποία οι ερωτηθέντες δήλωσαν ότι το 2018 διάβασαν κατά μέσο όρο 6,4 βιβλία, με το 19% αυτών να ανήκει στην κατηγορία "ελληνικό μυθιστόρημα". Άρα ο μέσος Έλληνας αναγνώστης επιλέγει να διαβάσει 1.2 ελληνικά μυθιστορήματα το χρόνο. Θα μπορούσε να είναι Η Αλκμήνη και οι άλλοι και κάτι λίγο ακόμη. Ή δεν θα μπορούσε. 

Συχνά πυκνά ακούγονται φωνές που κάνουν λόγο για παντοκρατορία της Αριστεράς στον ελληνικό στίβο των ιδεολογιών. Στο βιβλίο σου δεν φαίνεται κάτι τέτοιο. Πόσο κοντά ή μακριά από την αλήθεια πιστεύεις ότι είναι αυτή η άποψη περί "αριστερής παντοκρατορίας"; Στο βιβλίο δεν φαίνεται κάτι τέτοιο γιατί πολύ απλά δεν ισχύει. Μα πού στο καλό την είδαν; Και πότε; Θα μου επιτρέψεις λοιπόν να χαρακτηρίσω φαιδρές τις φωνές που κάνουν λόγο για τέτοιου ιδεολογικού προσήμου παντοκρατορία σε αυτή την όμορφη χώρα που έτυχε να γεννηθούμε και εκ πεποιθήσεως ή εξ ανάγκης να ζήσουμε, γνωρίζοντας για τα καλά βέβαια πια ότι θα συνεχίσουμε να το κάνουμε ανάμεσα σε μερικές εκατοντάδες χιλιάδες υποστηρικτές των εγκληματιών, δολοφόνων ναζί που επιτέλους καταδικάστηκαν. Κάλλιο αργά παρά ποτέ.

Θα μπορούσες να αναφέρεις κάποιους συγγραφείς –Έλληνες και ξένους- που σε έχουν επηρεάσει; Ιδιαίτερα ως προς το "Η Αλκμήνη και οι άλλοι"; Julio Cortázar, Gabriel Garcia Marquez, Jorge Luis Borges, Phillip Roth είναι οι τέσσερις συγγραφείς που έτυχε να διαβάσω πολύ, ακόμη και να ξαναδιαβάσω, τα χρόνια που έγραφα το βιβλίο. Ο πέμπτος, αν κρίνω από τα σχόλια αρκετών αναγνωστών, θα περίμενε κανείς να είναι ο Ταχτσής. Αλλά δεν είναι.

Μίχος

Αρχισυνταξία στην Popaganda, αρθρογραφία, καθημερινή ραδιοφωνική εκπομπή. Πότε ακριβώς προλαβαίνεις να ασχοληθείς με τη λογοτεχνία; Έλα μου ντε. Θέλω να πω ότι ενώ ξέρω πώς το έκανα πρακτικά (παράλληλα με όλα τα άλλα, σχεδόν εκμηδενίζοντας τον ελεύθερό μου χρόνο, με ό,τι συνεπάγεται αυτό σε επίπεδο κόστους ως προς τις προσωπικές σχέσεις, αλλά και κέρδους ως προς την προσωπική πλήρωση) αλλά… δεν ξέρω πώς το έκανα επί δυόμισι χρόνια.

Επόμενα εκδοτικά σχέδια; Σκέφτεσαι να συνεχίσεις με τη μυθοπλασία ή ίσως κάτι προς το non fiction; Από όλες τις ιδέες που, όπως λέει η γιαγιά μου, με τριβελίζουν τα τελευταία χρόνια, είναι δύο που δείχνουν να παίρνουν κεφάλι, εκ διαμέτρου αντίθετες, η μία έχει να κάνει με ένα non fiction θέμα που αγαπώ πολύ, οπότε θέλω και πιστεύω ότι αξίζει να το τιμήσω, και η άλλη με μία fiction απόπειρα που φαντάζει πολύ μεγάλη πρόκληση, οπότε θέλω και πιστεύω ότι αξίζει να τη σεβαστώ. Για την ώρα απλώς διατηρώ την ψυχραιμία μου και αναρωτιέμαι πότε θα ξαναδώ live τους Last Drive.


φωτογραφίες © Ανδρέας Σιμόπουλος

περισσότερες πληροφορίες: Key BooksTheodosisMichos.books

ΜΗ ΧΑΣΕΙΣ

Περισσoτερα για Tv