Οι νοσταλγικές μπασκετικές ιστορίες του Νίκου Παπαδογιάννη

Πώς είναι να ζεις το τελικό ενάντια στις Η.Π.Α το 2006 από τόσο κοντά; Ο γνωστός αθλητικογράφος ανοίγει τα χαρτιά του για "Τα Ματς της ζωής μας", το νέο του βιβλίο που είναι ξεκάθαρα αφιερωμένο στην πορτοκαλί μπάλα.

Γράφει: Γιώργος Ρομπόλας 22 Δεκεμβρίου 2020

Έχει ταξιδέψει σε δεκάδες πόλεις του πλανήτη για αποστολές, έχει περιγράψει εκατοντάδες αγώνες (με πολλούς από αυτούς να κρίνονται στο τελευταίο δευτερόλεπτο), έχει γράψει εκατοντάδες χιλιάδες λέξεις για τη μεγάλη του αγάπη -το μπάσκετ- και όχι μόνο. Οι παλιότεροι μάθαμε τον Νίκο Παπαδογιάννη από το θρυλικό Τρίποντο και τις περιγραφές των χρυσών μπασκετικών 90s. Οι νεότεροι τον διαβάζουν καθημερινά στο Gazzetta.  Για τους αναγνώστες που τον αγαπούν είναι μία γερή πένα μπολιασμένη με μεγάλες δόσεις νοσταλγίας. Για τους "εχθρούς" ένας τύπος που γκρινιάζει συνεχώς για τα κακώς κείμενα της "Ελλαδίτσας". Το ποιος είναι, όμως, ο πραγματικά ο Νικός Παπαδογιάνης φαίνεται καλύτερα μέσα από το τελευταίο του βιβλίο με τίτλο Τα ματς της ζωής μας (εκδ. Key Books).

Αν στο Ο Νίκος λείπει (εκδ. Key Books) τα κείμενα ήταν περισσότερο ταξιδιωτικά με αφορμή το μπάσκετ, στο νέο του πόνημα οι λέξεις είναι αφιερωμένες ξεκάθαρα στην πορτοκαλί μπάλα. Για πολλούς από εμάς, τα ματς που περιγράφει ήταν κορυφαίες στιγμές στη ζωή μας - ακόμα και αν τα είδαμε από τον καναπέ του σπιτιού μας. Πώς είναι λοιπόν να βλέπεις ιστορικές στιγμές του αθλητισμού από τόσο κοντά; Ας αφήσουμε, όμως, τον ίδιο να ξετυλίξει το κουβάρι από νοσταλγικές μπασκετικές ιστορίες, που σκάλισε πάνω στο χαρτί χρησιμοποιώντας μπόλικο μεράκι και δυνατό story telling.

Στον ημιτελικό της Σαϊτάμα ενάντια στις ΗΠΑ πήγα να χάσω το μυαλό μου (σ.σ: όπως όλοι όσοι είδαν εκείνο το ματς από την τηλεόραση). Πόσο διαφορετικό είναι να ζεις έναν τέτοιον θρίαμβο από κοντά; Kαι εγώ πήγα να το χάσω, το λίγο μυαλό που έχω! Τας φρένας μου κράτησε σώας το καθήκον, δηλαδή η ανάγκη να είμαι νηφάλιος και συγκεντρωμένος πάνω στο μικρόφωνο του Sport FM, για τον οποίο έκανα περιγραφή. Το ότι κατόρθωσα να διατηρήσω την ψυχραιμία μου και να περιγράφω με υποκείμενο, ρήμα, αντικείμενο το θεωρώ παράσημο!

Ήταν η ωραιότερη μέρα της ζωής μου σε γήπεδο και συνδυάστηκε με ωραία ζωή σε έναν τόπο που αγαπώ όσο λίγους. Το ότι βρισκόμασταν στην άλλη άκρη της γης, περίπου 300 νοματαίοι, το έκανε ακόμα πιο ξεχωριστό. Δημοσιογράφοι και φίλαθλοι αισθανόμασταν σαν μέλη της ομάδας, από την πρώτη μέρα στην Ιαπωνία μέχρι τη στιγμή της επιστροφής στην Ελλάδα.

Στον τελικό του Ευρωμπάσκετ του ’89 στο Ζάγκρεμπ, αφηγείσαι ότι λίγο πριν ξεκινήσει ο αγώνας ο Πάσπαλι και ο Ντίβατς έπιναν μπύρες και κάπνιζαν τσιγάρα. Εικόνα μιας πιο ρομαντικής εποχής ή αντιεπαγγελματισμός; Κάτι ανάμεσα στα δύο! Ακόμα και τότε φαινόταν εικόνα παρωχημένη και βγαλμένη από τα "χρόνια της αθωότητας". Ωστόσο πιστεύω ότι ο κωλοπαιδισμός και η μποέμ διάθεση ήταν μέρος της συνταγής για τη συγκεκριμένη ομάδα και "σχολή". Δεν έμπαιναν ούτε μπαίνουν σε αυστηρό επαγγελματικό καλούπι οι Γιουγκοσλάβοι. Μας μοιάζουν πάρα πολύ στον τρόπο που λειτουργούν και σκέφτονται.

Οι νοσταλγικές μπασκετικές ιστορίες του Νίκου Παπαδογιάννη

Οι πιο σκληρές λέξεις που χρησιμοποιείς στο βιβλίο σου έχουν να κάνουν με τον χουλιγκανισμό που έτρεχε –ή και τρέχει- σαν δηλητήριο στις φλέβες του μπάσκετ. Υπάρχει ελπίδα η απλά όσο πάει θα χειροτερεύει το πράγμα; Όχι, δεν υπάρχει ελπίδα. Ο χουλιγκανισμός έχει διαβρώσει τον αθλητισμό μας αλλά και την κοινωνική ζωή μας ανεπανόρθωτα και εμφανίζεται σε διάφορες μορφές, π.χ. με την "ταλιμπάν δημοσιογραφία", με τους κακοποιούς που ντύνονται πρόεδροι και με την ασυδοσία στις κερκίδες. Τα παραπάνω ισχύουν όχι μόνο για τη μπάλα, αλλά και για ορισμένα πολιτικά κόμματα και για την αστυνομία και για την εκκλησία κ.α.  Χούλιγκαν δεν είναι μόνο ο άπλυτος τραμπούκος που δέρνει στα γήπεδα.

Αν έπρεπε να ξεχωρίζεις έναν παίκτη που ήταν ο κακός δαίμονας της Εθνικής Ελλάδας, ποιον θα διάλεγες; Τον παλιό καιρό θεωρούσαμε κακό δαίμονα τους "Γιούγκους", με κεντρικό πρόσωπο αρχικά τον αλαζόνα Ντράζεν Πέτροβιτς και αργότερα τον Μποντιρόγκα. Έπειτα ήρθαν οι Ισπανοί, κυρίως με τον Πάου Γκασόλ, τον Ναβάρο και τον Καλδερόν. Για να είμαστε όμως τίμιοι, αυτές οι ομάδες ήταν διαχρονικά ανώτερες από τη δική μας. Συχνά ήμασταν εμείς κακός δαίμονας για εκείνους, αλλά και για αρκετούς άλλους όπως λ.χ. οι Γάλλοι.

Πιστεύεις ότι σύντομα θα μπορείς να γράψεις μια ιστορία με happy end για τον Γιάννη Αντετοκούνμπο και τα χρώματα της Εθνικής; Δυστυχώς, όχι. Το βιβλίο μου τελειώνει με ένα μετέωρο σουτ του Γιάννη Αντετοκούνμπο, αλλά δεν είμαι αισιόδοξος για το μέλλον. Η παλαιά φρουρά αποχωρεί ή αποχώρησε ήδη, η επόμενη υστερεί σε ταλέντο και μέταλλο, ενώ ο ίδιος ο Γιάννης είναι λογικό να αραιώσει τις παρουσίες του με την Εθνική. Οι υποχρεώσεις του στο ΝΒΑ δεν θα του επιτρέψουν τακτική παρουσία, ενώ και το "μέγεθός" του είναι πια μεγαλύτερο από την Ελλάδα και από το διεθνές μπάσκετ.    

Αφήνεις μια πικρή επίγευση για τα μπασκετικά 90s, την εποχή δηλαδή που ήρθαν τα πρώτα ευρωπαϊκά τρόπαια από τις ελληνικές ομάδες;  Νιώθεις ότι υπήρξε υπερβολική πίεση, υπερβολικά χρήματα, υπερβολική βία; Ναι, πιστεύω ότι στα 90s όλα έγιναν υπερβολικά και "over the top". Τα θέλαμε όλα και τα θέλαμε αμέσως, χωρίς να χτίσουμε στέρεο έδαφος κάτω από τα πόδια μας ή γερούς τοίχους γύρω μας. Το χρήμα κατέληξε πολλές φορές σε τυχοδιώκτες ή σε επενδύσεις της μίας νύχτας και το οικοδόμημα χτίστηκε σε κινούμενη άμμο. Οι πόρτες άνοιξαν για τους χουλιγκάνους, οι αγνοί φίλαθλοι απογοητεύτηκαν και απομακρύνθηκαν. Παρά τις μεγάλες επιτυχίες, ήμασταν μία φούσκα διαρκείας.

Επόμενα συγγραφικά βήματα; Τι να περιμένουμε από σένα; Ομολογώ ότι δεν γνωρίζω! Μου αρέσει πολύ το γράψιμο και κολακεύομαι από την αποδοχή της δουλειάς μου, αλλά αμφιβάλλω αν έχω να καταθέσω άλλες ζουμερές ιστορίες από τη ζωή και την καριέρα μου. Και δεν έχω ούτε ταλέντο ούτε υπομονή ούτε μεθοδικότητα για μυθοπλασία. Θα αφήσω να δω πού θα με πάνε οι άνεμοι τα συγγραφής και της ζωής. Ελπίζω σε κάποιον τροπικό τόπο με πολύχρωμα πουλιά και μυρωδάτα φρούτα.

Σε έχουν κατηγορήσει ότι γκρινιάξεις υπερβολικά πολύ για τα κακώς κείμενα της ελληνικής πραγματικότητας. Τι απαντάς σε αυτό; Μα αυτή είναι η δουλειά μου, να στηλιτεύω όσα μου φαίνονται λάθος. Θεωρώ μάλιστα επιεική την κριτική που ασκώ. Η πραγματικότητα είναι πολύ χειρότερη σε όλα τα επίπεδα. Οι πιο επικίνδυνοι για τον τόπο πολίτες (και γραφιάδες) είναι όσοι τα βρίσκουν όλα τέλεια. Αυτοί δεν θα κάνουν ποτέ το παραμικρό για να τον διορθώσουν.

Από τα μεγάλα καλάθια που περιγραφείς στο τελευταίο σου βιβλίο ποιο είναι εκείνο που σε σημάδεψε περισσότερο; Το τρίποντο του Δημήτρη Διαμαντίδη στον ημιτελικό Ελλάδας-Γαλλίας το 2005 στο Βελιγράδι άλλαξε τις ζωές μας όσο και οι βολές του Αργύρη Καμπούρη το 1987. Η μονομαχία Σπανούλη-Διαμαντίδη στο αποχαιρετιστήριο παιχνίδι του τελευταίου ξετυλίχτηκε σαν παραμυθένιο σενάριο, άσχετα με τα χρώματα της φανέλας. Και το νικητήριο καλάθι του Πρίντεζη το 2012 στην Κωνσταντινούπολη ήταν μία αλησμόνητη έκρηξη. Σε προσωπικό επίπεδο, θα διάλεγα το τρίποντο του Πέτζα το 1998 στο ΣΕΦ, για τους ιδιαίτερους λόγους που εξηγώ στο βιβλίο…

Έχουν χώρο περισσότερο αφηγηματικά/μυθιστορηματικα/story telling κείμενα ή μίνι ντοκιμαντέρ στα ελληνικά αθλητικά sites ή απλά είναι χαμένος χρόνος; Υπάρχει άπλετος χώρος και αναγνώστες πρόθυμοι να αγκαλιάσουν τέτοιου είδους δουλειές, αλλά χάνονται μέσα στον ορυμαγδό του συλλογικού φανατισμού, της αμορφωσιάς των πολλών, αλλά και της προχειρότητας. Το ίδιο ισχύει για το αθλητικό βιβλίο. Αλλά οι λίγοι είναι καλοί και αυτοί μας δίνουν κουράγιο, παρ’ όλο που δεν έχουν δυνατή φωνή.

ΜΗ ΧΑΣΕΙΣ

Περισσoτερα για Ταινίες