Bjork, τέσσερις δεκαετίες μαγείας

Μία ηχητική ρετροσπεκτίβα στο έργο της μουσικής ιδιοφυΐας από την Ισλανδία.

Γράφει: Γιώργος Ρομπόλας 21 Νοεμβρίου 2019

Η μουσική σήμερα επιβιώνει σε εφήμερους ρυθμούς. Κάτι που τη μία μέρα είναι hit, την επόμενη αποτελεί ένα ξεχασμένο τραγούδι που δεν αφορά κανένα. Τα trends αλλάζουν με ιλιγγιώδη ταχύτητα, τα views δίνουν τον τόνο και μόνο οι ρομαντικοί ακολουθούν τον ένστικτό τους. Όλοι δείχνουν να έχουν ξεχάσει την τέχνη της πρωτοποριακής μουσικής που δίνει διαχρονικά αποτελέσματα. Έναν τομέα, δηλαδή, στον οποίο ειδικεύεται η πιο διάσημη Ισλανδή του πλανήτη. Η Björk, αυτή η μουσική ιδιοφυΐα, αυτό το ξωτικό που σήμερα σβήνει 54 κεράκια στην τούρτα της ζωής της.

Πώς θα μπορούσε να την χαρακτηρίσει κανείς με λίγες λέξεις; Μάλλον πρόκειται για άλυτη εξίσωση, αφού δεν μπαίνει σε καλούπια. Από punk εμμονές μέχρι avant-garde πειραματισμούς κι από beat boxing μέχρι συναισθηματική pop, η παλέτα της Björk είχε πάντα περισσότερα χρώματα από όσα μπορεί να αντέξει ο μέσος θεατής. Το τίμημα της πρωτοπορίας και της αδιαφορίας για τα μουσικά ταμπού άλλωστε είναι μεγάλο.

Από τις πρώτες μέρες των The Sugarcubes, η Ισλανδή τραγουδίστρια χάραξε έναν δικό της δρόμο που την οδήγησε μέχρι την καθολική αποδοχή της παγκόσμιας μουσικής σκηνής αλλά και της λατρείας (στα όρια της θρησκευτικής μανίας) από πλευράς του εναλλακτικού κοινού. Αν κάποτε η ίδια φαινόταν να πατά στα αντισυμβατικά χνάρια της Nina Hagen, η δικιά της πορεία έδειξε την κορυφή που θα πρέπει να κατακτήσουν σημερινοί καλλιτέχνες όπως η Saint Vincent και οι Florence + the Machine.


Τραγούδια όπως το Human Bevarior ακούγονται σήμερα, 26 χρόνια μετά, σαν να γράφτηκαν μόλις χθες.


Το 1993 κατάφερε με το πρώτο της άλμπουμ, το Debut, να φανεί αβίαστα σύγχρονη ακολουθώντας ηλεκτρονικά trends ενώ παράλληλα δεν έμοιαζε να την ενδιαφέρουν οι κανόνες της εποχής - μία συνθήκη, δηλαδή, που επανέλαβε ξανά και ξανά στην καριέρα της. Τραγούδια όπως το Human Behaviour ακούγονται σήμερα, 26 χρόνια μετά, σαν να γράφτηκαν μόλις χθες.

Από την αρχή ήταν φανερό πως η Bjork δεν ήταν η καλλιτέχνις που είχε συνηθίσει το κοινό των 90s. Η ευαισθησία στη φωνής ήταν ικανή να ραγίσει κρύσταλα, όση ώρα η ίδια ταλαιπωρούσε τις φωνητικές της χορδές ενώ παράλληλα κατοχύρωνε μία προσωπική αισθητική που έμοιαζε με trademark. House, punk, jazz ή ακόμα κλασικοί ήχοι δίπλα σε μία εικόνα που ακροβατούσε κάπου ανάμεσα στη χειραφετημένη γυναίκα, την pop star και το ξωτικό από τις παγωμένες λίμνες της πατρίδας της. Ένα καλλιτεχνικό αποτέλεσμα που άρχισε να καλεί ένα ετερόκλητο κοινό προς το μέρος της και, μάλιστα, σε πολύ μεγάλους αριθμούς.

Ύστερα από ένα ντεμπούτο που έκανε το αμερικανικό και βρετανικό κοινό να υποκλιθεί μπροστά της αναγκάζοντας ακόμα και τη Madonna να αναφερθεί σε εκείνη, είχε έρθει η ώρα για το επόμενο βήμα με τίτλο Post. Κάπου εκεί ξεκίνησε και η καλή συνήθεια της Bjork να έχει δίπλα της τεράστια ονόματα της underground κι όχι μόνο σκηνής, με μουσικούς όπως ο Tricky να βρίσκονται σε ανοιχτή ακρόαση μαζί της.

Θα ακολουθούσε ένα remix άλμπουμ (Telegram) πριν πει αντίο στα 90s με το ακραία συναισθηματικό Homogenic το 1997 που στο εξώφυλλό του την είδαμε πρώτη φορά μεταμορφωμένη σε έργο σύγχρονης τέχνης. Το 2000 μάλιστα θα ερχόταν κι άλλη μία κορυφαία στιγμή στην καριέρα της: H συμμετοχή της ως πρωταγωνίστρια αλλά και ως δημιουργός του soundtrack (δίπλα στον Thom Yorke) στο Dancer in the Dark του Lars von Trier. Τι κέρδισε από αυτό; Πολύ απλά τον Χρυσό Φοίνικα των Καννών για την ερμηνεία της.

Στις αρχές των 00s εμφανίζοταν με μαθηματική ακρίβεια κάθε τρία χρόνια: Πρώτα με το Vespertine (2001), αργότερα με το Medúlla (2004) και τέλος με το Volta (2007). Το πρώτο ήταν μία άσκηση ύφους και κομψότητας μέσα από ένα εσωτερικό κάτοπτρο, το δεύτερο ένας φωνητικός δίσκος που άφησε όμως όλον τον κόσμο με το στόμα ανοιχτό με την παραγωγή και τις beat box ακροβασίες του ενώ με το γεμάτο αφρικανικούς ρυθμούς Volta έπεστρεψε ξανά για λίγο στη Γη, βάζοντας ένα μικρό φρένο στους ακραίους πειραματισμούς.

 Το 2004 η ερμηνεία της στο Oceania από το Medúlla, στην τελετή έναρξης της Ολυμπιάδας της Αθήνας έγραψε ιστορία, ενώ λίγα χρόνια αργότερα η 18μηνη σχεδόν περιοδεία της για το Volta έδωσε την ευκαιρία σε μεγάλο μέρος του παγκόσμιου κοινού να την δει για πρώτη φορά. Φυσικά, όπως το συνηθίζει, κρατούσε αρκετές εκπλήξεις και για τη επόμενη δεκαετία: Έτσι, αποφάσισε με το Bibliophilia (2011) να παρουσιάσει ένα πολυμεσικό δημιούργημα πολύ μακριά από την κανονικότητα της μουσικής βιομηχανίας το οποίο καταπιανόταν με θέματα περιβάλλοντος και τεχνολογίας.

Το 2015 όμως κοίταξε ξανά μέσα της. Φάνηκε πως με το Vulnicura ήθελε για άλλη μία φορά να παραδώσει ένα έργο εσωτερικής καύσης, δύσκολο και δύσπεμπτο, γεμάτο ηλεκτρονικούς ήχους και συναισθήματα που μπορούν να κόψουν τα φτερά κάθε ανυποψίαστου ακροατή - ήταν φανερό ότι η Bjork, μέσα από αυτό το άλμπουμ, προσπαθούσε να συμφηλιωθεί με τον χωρισμό της από τον Αμερικανό καλλιτέχνη Matthew Barney.

Όσο για τον τελευταίο της δίσκο με τίτλο Utopia που κυκλοφόρησε το 2017; Η Ισλανδή μοιάζει να έχει βρει την προσωπική της ηρεμία όπως αυτή εκφράζεται με field recordings από την πατρίδα της και ήχους από φλάουτο, ένα όργανο δηλαδή που ερωτεύτηκε από μικρή ηλικία. Ίσως, ομως, κάνει απλά μία μικρή στάση πριν βυθιστεί ξανά στον βυθό της πρωτοπορίας· για να επιστρέψει επιστρέψει δριμύτερη με κάποιον θησαυρό που μόνο εκείνη είναι ικανή να βρει στη άβυσσο των ήχων.

Από: Esquire ES


φωτογραφία © Getty Images

ΜΗ ΧΑΣΕΙΣ

Περισσoτερα για Ταινίες

ΔΙΑΒΑΣΕ ΑΚΟΜΑ

Οι υποψηφιότητες των βραβείων Grammy 2020

Lizzo και Billie Eilish κυριαρχούν στις φετινές υποψηφιότητες.

Τα καλύτερα φετινά μουσικά βιντεοκλίπ

Το 2019 ήταν μία καλή χρονιά για τα music videos. Αυτά είναι όσα ξεχώρισαν φέτος.