Ο Τάκης Σπυριδάκης ήταν πολύ ωραίος τύπος

Το πιο χαρακτηριστικό πρόσωπο του ελληνικού σινεμά ήταν πολύ περισσότερα από απλά μία rock φάτσα.

Γράφει: Γιώργος Ρομπόλας 16 Σεπτεμβρίου 2019

"Κολοκοτρώνη μου, να σε βγάλω εγώ στο σινεμά, να γίνει της Κορέας" λέει με σφιγμένο το στόμα ο θρυλικός Μπαλούρδος στη Λούφα και παραλλαγή (1984) του Νίκου Περάκη, καθώς αντί να φυλάει σκοπιά, παίρνει μάτι μαζί με άλλους δύο φαντάρους τη γειτόνισσα στο απέναντι μπαλκόνι. Έναν χρόνο νωρίτερα, στην Γλυκιά Συμμορία (1983) του Νίκου Νικολαΐδη, ο χαρακτήρας που υποδύεται ο Τάκης Σπυριδάκης στην ταινία-σταθμό για το ελληνικό σινεμά ζητά να του βάλουν λίγο blues γιατί δεν μπορεί να πιάσει καλή απόδοση στο κρεβάτι υπό τους ήχους κλασικής μουσικής. "Δεν γίνεται να βάλουμε κανάν Muddy Waters μπας και γίνει κανάς φραμπαλάς εδώ πέρα;" λέει σα να είναι το πιο φυσιολογικό πράγμα στον κόσμο.

Ο Έλληνας ηθοποιός που το περασμένο Σάββατο άφησε την τελευταία του πνοή χτυπημένος από καρκίνο μόλις στα 61 του χρόνια, είχε το μοναδικό χάρισμα να δίνει σάρκα και οστά σε χαρακτήρες τόσο υπερβολικούς που μόνο σε ένα σουρεαλιστικό σύμπαν θα χωρούσαν. 'Η τουλάχιστον έτσι αντιμετώπιζε το μεγαλύτερο μέρος του κοινού τις ερμηνείες του Σπυριδάκη, σε θέατρο, τηλεόραση και σινεμά.

Το ιδιαίτερο πρόσωπό του που σημάδεψε τον ελληνικό κινηματογράφο της μεταπολίτευσης ήταν για τους περισσότερους Έλληνας αυτό ακριβώς και τίποτα άλλο: Μία εκπληκτική ροκ φάτσα που μπορούσε να ζωντανέψει ανθρώπους που κανείς δεν θα ήθελε να βρίσκονται κοντά στην νοικοκυρεμένη οικογένειά του και -κυρίως- κοντά στις κόρες του.


Περίεργους τύπους με τους οποίους η καθωσπρέπει κοινωνία δεν έχει κανένα πρόβλημα να συνδιαλέγεται, αρκεί, βέβαια, αυτοί να βρίσκονται στο μεγάλο πανί του σινεμά. 


Λούμπεν, περιθωριακούς, φτωχοδιάβολους καλοπερασάκηδες, λαϊκούς φιλόσοφους, γνωστές-άγνωστες φάτσες που τριγυρνούν στα Εξάρχεια, καταφερτζήδες που δεν γνωρίζουν και πολλούς ηθικούς φραγμούς, ανθρώπους του υποκόσμου που ως δια μαγείας έχουν καλλιτεχνική φλέβα. Περίεργους τύπους, με άλλα λόγια, με τους οποίους η καθωσπρέπει κοινωνία δεν έχει κανένα πρόβλημα να συνδιαλέγεται, αρκεί, βέβαια, αυτοί να βρίσκονται στην ασφαλή απόσταση που χαρίζει το μεγάλο πανί του σινεμά. 

Οι αφηγήσεις για τον Σπυριδάκη κάνουν λόγο για έναν άνθρωπο που την έψαχνε πάντα στο underground

Η φράση "Αγαπούλα, πούλα" κι άλλες ατάκες που έφεραν εκατομμύρια views στο Youtube ήταν άλλη μία απόδειξη για το τρομερό γκελ που έκανε ο Σπυριδάκης με το ελληνικό κοινό όταν υποδυόταν κάποιον περίεργο τύπο. Ακόμα κι όταν αυτό το έκανε στα πλαίσια μίας διαφήμισης. Ο ίδιος μόνο ως sui generis θα μπορούσε να χαρακτηριστεί. Έκανε ένα σωρό δουλειές (barman, χαράκτης) μέχρι να καταλήξει στην υποκριτική. Μάλιστα, όπως είχε δηλώσει, σε αυτήν μπήκε για να γίνει σκηνοθέτης. Τελικά, και παρ' όλες τις επιτυχίες του στα 80s συνέχισε για χρόνια να μην τα πηγαίνει καλά με τα οικονομικά. Ζούσε για τις στιγμές κι όχι για το μέλλον.

Οι αφηγήσεις για τον Σπυριδάκη κάνουν λόγο για έναν άνθρωπο που την έψαχνε πάντα στο underground - από το υπόγεια του Πειραιά που ανδρώθηκε μέχρι την πλατεία Εξαρχείων και από τις παραλίες μικροσκοπικών νησιών των Κυκλάδων μέχρι την jazz και τον σκληρό ανεξάρτητο αμερικανικό κινηματογράφο. Ήταν, δηλαδή, από εκείνους τους ανθρώπους που δεν χωρούν εύκολα πουθενά: Οι καλλιτεχνικοί κύκλοι τους κάνουν πέρα καθώς δείχνουν τρομερά λαϊκοί ενώ το κυριλέ σύστημα των media δεν τρελαίνεται με τη πηγαία επαναστατικότητα που εκφράζουν.

Η ικανότητα του Σπυριδάκη να φτιάχνει αξιομνημόνευτους χαρακτήρες ήταν τέτοια που πάντοτε, στο τέλος, τα κατάφερνε. Δεν ξεχάστηκε, τελικά, ποτέ όπως αρκετοί ταλαντούχοι συνάδελφοί του που δεν πηγαίνουν με το ρεύμα και χάνονται άλλοτε στην αφάνεια κι άλλοτε στους σκοτεινούς διαδρόμους των καταχρήσεων. Σε δηλώσεις του είχε παραδεχθεί ότι η πιο επιτυχημένη διαφήμιση των τελευταίων ετών του έδωσε μία νέα καριέρα. Αντί, όμως, να βρεθεί σε κάποια τηλεοπτική σαπουνόπερα, εκείνος συμμετείχε στον Άγριο Σπόρο, ένα θεατρικό που έκανε θραύση τα τελευταία χρόνια.


Ο Σπυριδάκης ήταν ένας πολύ cool τύπος που δεν έπαιρνε τη ζωή και τόσο σοβαρά. Ακριβώς, δηλαδή, όπως και οι καθαρά λαϊκοί χαρακτήρες του.


Για τους περισσότερους θεατές ο σημαντικός ηθοποιός που έφυγε τόσο νωρίς από τη ζωή δεν ήταν κάτι περισσότερο από ένας τρομερός καρατερίστας. Φυσικά, ελάχιστοι γνώρισαν ότι ως σκηνοθέτης/σεναριογράφος είχε σαρώσει τα βραβεία στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, πρώτη φορά το 1989 με την μικρού μήκους Βέρα Κρουζ και το 1994 με τη μεγάλου μήκους Ο Κήπος του Θεού (όπου κατά τη διάρκεια μίας εξέγερσης τέσσερις κρατούμενοι προσπαθούν να βρουν ξανά τον εαυτό τους).

Πώς κι οι περισσότεροι μάθαμε για αυτήν, τώρα και μετά τον θάνατο του Σπυριδάκη; Ίσως γιατί εκείνος δεν ήταν από τους ανθρώπους που θέλουν με το ζόρι να μοστράρουν τα καλλιτεχνικά του παράσημα. Ίσως, επειδή δεν τον ενδιέφερε να κάνει διαφήμιση στον εαυτό του. Ίσως, τελικά, επειδή ο Σπυριδάκης ήταν ένας πολύ cool τύπος που δεν έπαιρνε τη ζωή και τόσο σοβαρά. Ακριβώς, δηλαδή, όπως και οι καθαρά λαϊκοί χαρακτήρες του.

ΜΗ ΧΑΣΕΙΣ

ΔΙΑΒΑΣΕ ΑΚΟΜΑ

Γιατί διχάζει η βράβευση του Joker στη Μόστρα

Kάποιοι περίμεναν από το Φεστιβάλ Βενετίας το κάτι διαφορετικό. Και το φεστιβάλ τους το έδωσε.

Η κινηματογραφική επιστροφή του Roman Polanski μετά το #meToo

Στα 86 του χρόνια, ο Γαλλο-Πολωνός σκηνοθέτης γύρισε το "Κατηγορώ", μία ταινία βασισμένη σε αληθινά ιστορικά γεγονότα, αλλά και στο παλαιότερο και πιο πρόσφατο παρελθόν του δημιουργού της.