Νοσταλγώ τις βεβαιότητες

Τέσσερις συγγραφείς καταγράφουν για λογαριασμό του Esquire το αποτύπωμα που άφησε η πανδημία πάνω μας. Σήμερα, σε ρόλο αφηγητή ο Γιάννης Γορανίτης.

Γράφει: Esquire Editors 26 Ιουλίου 2020

Πριν από τον κορονοϊό η νοσταλγία ήταν το μεγαλύτερο trend της εποχής μας – από τη μόδα και το σινεμά μέχρι τα video games και τα social media. Στον καιρό της καραντίνας όμως, απέκτησε μία διαφορετική δυναμική, έγινε αναγκαιότητα. Το Esquire προσκάλεσε τέσσερις συγγραφείς (Γιάννης Γορανίτης, Βασίλης Κατσικονούρης, Βαγγέλης Προβιάς, Γιώργος Σκαμπαρδώνης) να μοιραστούν τις σκέψεις που έκαναν κατά τη διάρκεια της καραντίνας σχετικά με το αποτύπωμα που άφησε πάνω μας η πανδημία. Σήμερα, σε ρόλο αφηγητή βρίσκεται ο Γιάννης Γορανίτης.

Νοσταλγώ τις βεβαιότητες

Νοσταλγώ τις βεβαιότητες

Νόστος είναι η επιστροφή, άλγος ο πόνος. Η νοσταλγία, επομένως, είναι ο πόνος της επιστροφής. Αυτή η πανανθρώπινη οδύνη που μας κατακλύζει όταν είμαστε μακριά, όπως την αποτύπωσε πρώτος και πιο διεισδυτικά από κάθε άλλον, ο Όμηρος στην Οδύσσεια. Κι όμως, η λέξη νοσταλγία δεν είναι ελληνική, αλλά γερμανοελβετική. Αυτό τουλάχιστον ισχυρίζεται η Μπαρμπαρά Κασσέν στο βιβλίο "Η Νοσταλγία – Πότε λοιπόν είναι κανείς σπίτι του;" (Εκδόσεις Μελάνι, μετάφραση: Σεσίλ Ιγγλέση Μαργέλλου). Ο όρος, σύμφωνα με την ελληνίστρια φιλόσοφο, επινοήθηκε το 1678 από τον γιατρό Γιόχαν Γιάκομπ Χάρντερ προκειμένου να κατονομάσει τον πόνο της πατρίδας που ένιωθαν οι Ελβετοί μισθοφόροι του Λουδοβίκου 14ου.

του Γιάννη Γορανίτη*

Μετά τις πρώτες εβδομάδες της –αρχικά επιβεβλημένης και εν συνεχεία οικειοθελούς– κοινωνικής αποστασιοποίησης αντιληφθήκαμε, κάπως βίαια είναι η αλήθεια, ότι δεν αποστασιοποιηθήκαμε μόνο από ανθρώπους αλλά και απ’ όσα θεωρούσαμε δεδομένα. Τότε ήταν που συνειδητοποίησα ότι δεν νοσταλγώ τόσο τα ταξίδια, τα μεγάλα τραπέζια με τους φίλους, τα εστιατόρια και τα μπαρ, τις παρουσιάσεις βιβλίων, τις θεατρικές παραστάσεις και τις συναυλίες.

Διαβάζοντας ξανά το βιβλίο της Κασσέν, συνειδητοποίησα ότι νοσταλγώ κι εγώ μια πατρίδα. Μια πατρίδα που μοιάζει απρόσιτη – ελπίζω πρόσκαιρα. Αναφέρομαι στην πατρίδα της βεβαιότητας. Αυτό μου λείπει: η βεβαιότητα. Νιώθω ότι βαδίζω, όπως βαδίζουμε όλοι, σε μια άγνωστη περιοχή. Αχαρτογράφητη, που υποδεικνύει το δημοσιογραφικό κλισέ. Ούτως ή άλλως, ο χάρτης μοιάζει περιττός. Τα πάντα εδώ τυλίγονται από μια αχλή. Μέσα σε αυτή την πηχτή ομίχλη της αβεβαιότητας καλούμαστε να προχωρήσουμε –δεν γίνεται αλλιώς, μας λένε–, το ίδιο όμως απαιτούμε κι εμείς απ’ τον εαυτό μας.

Οφείλουμε να προσαρμοστούμε στη νέα ομιχλώδη πατρίδα μας. Εδώ θα ζεις στο εξής, ψιθυρίζουμε στον άτολμο εαυτό μας, οφείλεις να συνηθίσεις. Εδώ, σ’ αυτήν την πατρίδα όπου οι βεβαιότητες σπανίζουν. Προχώρα λοιπόν, χωρίς ν’ αναρωτιέσαι. Κράτα για τον εαυτό σου ακόμη κι όσα σε πνίγουν. Ξέχνα τις ερωτήσεις που ψάχνουν επείγουσες απαντήσεις. Ειδικά τώρα, που ουδείς μοιάζει ικανός να σου απαντήσει με σιγουριά. Άσε που όσοι απαντούν με απόλυτη βεβαιότητα, ίσως ν’ αποδειχθούν επικίνδυνοι.

Αυτή την υπόρρητη αίσθηση απογοήτευσης βιώνουμε όλοι όταν καρφωνόμαστε στις οθόνες μας αναμένοντας από λοιμωξιολόγους, επιδημιολόγους και κάθε λογής ειδικούς να μας δώσουν οριστικές απαντήσεις που και οι ίδιοι αγωνιωδώς αναζητούν. "Στην επιδημία, η επιστήμη μάς έχει απογοητεύσει. Θέλουμε βεβαιότητες και μας δίνει απόψεις" γράφει ο Πάολο Τζιορντάνο σ’ ένα βιβλίο που γράφτηκε εν θερμώ στο ξέσπασμα της πανδημικής κρίσης. Για να είμαστε ειλικρινείς, αυτό που τους ζητάμε είναι να μας ξεναγήσουν στη νέα μας πατρίδα. Θέλουμε να μας πουν ποιους δρόμους να ακολουθήσουμε για να μείνουμε ασφαλείς. Πού να σταθούμε για να μην κινδυνεύσουμε, όπως γινόταν στην παλιά μας πατρίδα. Έστω κι αν η αίσθηση ήταν ψευδής. Απαιτούμε βεβαιότητες.

"Ξεχνάμε ότι πάντοτε έτσι λειτουργεί η επιστήμη, ότι μόνο έτσι μπορεί να λειτουργήσει, ότι για την επιστήμη η αμφιβολία είναι πιο ιερή από την αλήθεια. Αυτή τη στιγμή όμως εμάς δεν μας νοιάζει" συνεχίζει ο Ιταλός συγγραφέας του "Περί μετάδοσης: Επιστήμη, άνθρωπος και κοινωνία στην εποχή της πανδημίας" (Εκδόσεις Πατάκη, μετάφραση: Σώτη Τριανταφύλλου).

"Η μοναδική βεβαιότητα είναι εντέλει ότι ο εγκέφαλός μας δεν έχει τον απαραίτητο εξοπλισμό για να αντιμετωπίσει τέτοια ζητήματα" σημειώνει ο Ιταλός συγγραφέας, επιμένοντας ότι η πανδημία είναι μια πρόσκληση για να σκεφτούμε. Ενδεχομένως και να αναθεωρήσουμε τις βεβαιότητές μας. Προσπαθώ ν’ ακολουθήσω τη συμβουλή του, αλλά στις σκέψεις και τις πράξεις εμφιλοχωρεί ο φόβος ότι όταν επιστρέψω στην πατρίδα που νοσταλγώ, στη χώρα της βεβαιότητας, ίσως και να μην την αναγνωρίσω. Όπως ο Οδυσσέας που δεν αναγνώρισε την Ιθάκη, όταν ξαναπάτησε το πόδι του εκεί. Όπως δεν αναγνωρίστηκε κι ο ίδιος απ’ όλους εκτός από τον Άργο. Και μέσα από τον φόβο, αναδύεται η ελπίδα ότι όταν επιστρέψουμε στην πατρίδα που νοσταλγούμε, θα μας περιμένει ένα πιστό σκυλί.


Γιάννης Γορανίτης*Ο Γιάννης Γορανίτης είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας της συλλογής διηγημάτων "24" (Εκδόσεις Πατάκη).

 

 

 

 

 

ΜΗ ΧΑΣΕΙΣ

Περισσoτερα για Ταινίες