Βγαίνοντας μέσα, μπαίνοντας έξω

Τέσσερις συγγραφείς καταγράφουν για λογαριασμό του Esquire το αποτύπωμα που άφησε πάνω μας η πανδημία. Σήμερα, σε ρόλο αφηγητή ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης.

Γράφει: Esquire Editors 09 Αυγούστου 2020

Πριν από τον κορονοϊό η νοσταλγία ήταν το μεγαλύτερο trend της εποχής μας – από τη μόδα και το σινεμά μέχρι τα video games και τα social media. Στον καιρό της καραντίνας όμως, απέκτησε μία διαφορετική δυναμική, έγινε αναγκαιότητα. Το Esquire προσκάλεσε τέσσερις συγγραφείς (Γιάννης Γορανίτης, Βασίλης Κατσικονούρης, Βαγγέλης Προβιάς, Γιώργος Σκαμπαρδώνης) να μοιραστούν τις σκέψεις που έκαναν κατά τη διάρκεια της καραντίνας σχετικά με το αποτύπωμα που άφησε πάνω μας η πανδημία. Σήμερα, σε ρόλο αφηγητή βρίσκεται ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης.

Βγαίνοντας μέσα, μπαίνοντας έξω

Βγαίνοντας μέσα, μπαίνοντας έξω

Το "νοσταλγώ", μετά από σαράντα μέρες καραντίνας είναι κάπως δραματική λέξη. Αλλά αν υποθέσουμε πως κάτι αυτονόητα με ενόχλησε ήταν κυρίως αυτό το αίσθημα απώλειας της βασικής ελευθερίας, απώλειας των επιλογών της βούλησης. Περισσότερο δυνάμει, παρά στην πραγματικότητα. Ε, προηγουμένως, δεν ήμασταν και όλη μέρα στα γλέντια και στη διασκέδαση – θα έλεγα πως και από πριν η διασκέδαση ήταν κυρίως μοναχική δραστηριότητα ή υπόθεση λίγων ατόμων: τώρα που μεγαλώσαμε (εννοώ γεράσαμε), οι επιλογές είναι λίγες, οι στενοί φίλοι λιγότεροι, όπως και οι αυταπάτες.

Του Γιώργου Σκαμπαρδώνη*

Η χαζομάρα και η σπατάλη σε τιποτολογίες και βόλτες ανίχνευσης μειώθηκαν σημαντικά. Πετάξαμε έρμα στη θάλασσα, έχουμε πιο αυστηρή αντίληψη του σημαντικού και του όντως διασκεδαστικού. Η ελαφρότητα και το "έξω" πάντα υπάρχουν ως διαδικασία εκτόνωσης, όπως και το ατάσθαλο της νύχτας ενίοτε, αλλά δεν είμαστε όπως πριν. Ήδη, με τη μεσολάβηση της οικονομικής κρίσης είχαμε συμμαζευτεί αρκετά, κυρίως όμως, λόγω του ότι ανεπαίσθητα και κλιμακωτά μας αποθάρρυνε ο Χρόνος.

Δεν έχω πια την ίδια όρεξη να γνωρίζω ανθρώπους, να γλεντώ με άσχετους, να ρισκάρω νύχτες και κουβέντες σε μάταιες συγκρούσεις, σε συζητήσεις τρέχα-γύρευε, σε χώρους που δεν γνωρίζω. Το πράγμα είχε σχεδόν κρυσταλλωθεί από πριν, με δύσκολες τις νέες επιλογές, τα ψαξίματα και τις καινούργιες περιπέτειες. Δεν θέλαμε να χάσουμε βραδιές σε πειραματικά μέρη, αντικρούοντας κλισέ ετερόδοξων. Οι παρέες ήταν σχεδόν συγκεκριμένες, είχαν εσωτερικότητα, την άνεση του δοκιμασμένα οικείου, τη χαλάρωση που νιώθεις με παλιούς φίλους – σαν να περπατάς σε παιδικό χωματόδρομο ή σαν να τρως σε ζυθεστιατόριο.

Αυτό το αίσθημα της ζέσης, χωρίς προσποίηση, που δεν απαιτεί πόζα ή εγρήγορση. Αυτό μ’ άρεζε, πια. Η ωραία, βαθιά κουβέντα, οι φοβερές συγκρούσεις μας, το διαρκές χιούμορ μεταξύ παλιόφιλων που το κατανοούν και δεν το παρεξηγούν, το πείραγμα που το ανέχονται ακόμα και όταν είναι τραβηγμένο, βάναυσο. Αυτό στερήθηκα κυρίως αυτές τις μέρες του εγκλεισμού: την παρέα. Δεν μου έλειψαν τόσο οι χώροι, τα μαγαζιά, όσο οι συγκεκριμένοι άνθρωποι, οι φίλοι μου. Πάντα το πιο μεγαλειώδες είναι η φιλία, που τελικά συγκροτεί έναν τρόπο σκέψης και ζωής. Ή και αντίστροφα: ο τρόπος ζωής σου σε οδηγεί στην επιλογή συγκεκριμένων, μακροχρόνιων φίλων με τους οποίους μπορείς εξίσου να διασκεδάσεις έξαλλα ή να κουβεντιάσεις τα σοβαρότερα με εγγυήσεις ποιότητας και βαθιάς όρασης και γνώσης.

Μου έλειψε, βέβαια, και η βόλτα – η παρατήρηση, η σάρωση των πάντων ως καθημερινή διαδικασία. Και βέβαια, η θέα της θάλασσας, το κολύμπι – ως τέως χειμερινός κολυμβητής, που πια δεν είμαι αλλά αρχίζω, ωστόσο, τα μπάνια νωρίς ή πηγαίνω να συνέλθω με την απλή θέα των νερών. Μοναχικά, δίπλα σε ένα κλειστό μπαρ, την Επανομή.

Αλλά μη δραματοποιούμε τα πράγματα, μην υπερβάλλουμε. Δεν κάτσαμε και δυο χρόνια φυλακή. Σαράντα μέρες ήτανε, με τα κομπιούτερ μας, τα κινητά, την τηλεόραση, το Netflix, τις ταινίες, τις μουσικές, τις τηγανητές κουτσομούρες. Με τη γυμναστική μας στο σπίτι, τα γραψίματα, τα διαβάσματα, τον Τσιόδρα μας, και με όλα τα καλά. Μην γκρινιάζουμε. Ήταν μια Σαρακοστή ενδοσκόπησης. Το είχε πει και ο Μέγας Βασίλειος: Γιατί αποζητάς συνέχεια το έξω, όταν μέσα σου συμβαίνουν τόσα θαύματα; Σωστά. Δηλαδή, απ’ την άλλη, καλά περάσαμε. Όμως, δεν μπορείς να ζεις μόνο με εσωτερικά θαύματα. Γιατί υπάρχουν κι εκείνα που συμβαίνουν έξω, για να τροφοδοτήσουν μετά και τα εντός. Χρειαζόμαστε αυτή τη δυναμική ισορροπία. Να μπαίνεις έξω και να βγαίνεις μέσα.


Γιώργος Σκαμπαρδώνης* Ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης είναι συγγραφέας και δημοσιογράφος. Το τελευταίο του μυθιστόρημα "Casa Μπιάφρα" κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη.

 

 

 

 

 

ΜΗ ΧΑΣΕΙΣ

Περισσoτερα για Μουσική