Μία εντελώς Τσίου επιστροφή

Μάκης Παπαδημητράτος, Αλέξανδρος Παρίσης και Αναστάσης Κολοβός μιλούν στο Esquire για την επικείμενη θεατρική προσαρμογή της θρυλικής ταινίας, τον ερχόμενο Δεκαπενταύγουστο στην Αθήνα.

Σε αυτήν τη ζωή, όπως εξελίσσεται τελευταία, σχεδόν τίποτα δε μας εκπλήσσει πια. Δείγμα απάθειας, αδιαφορίας ή στωικότητας; Κανείς δεν ξέρει. Το "σχεδόν" πάντως, "κουμπώνει" τέλεια στην είδηση ότι η θρυλική, πολυβραβευμένη ταινία του Μάκη Παπαδημητράτου "Τσίου" πρόκειται να μετατραπεί σε θεατρική παράσταση τον ερχόμενο Δεκαπενταύγουστο και μάλιστα στο Παλιό Αμαξοστάσιο, ένα χώρο που έχουμε συνηθίσει να φιλοξενεί ως επί το πλείστον συναυλίες και φεστιβάλ. Μεταξύ μας βέβαια, το πρώτο κινηματογραφικό viral από το μακρινό 2005 δε θα μπορούσε παρά να πρωτοτυπήσει ακόμη και στην επιλογή του χώρου για το αναπάντεχο αυτό reunion του. 

Διαβάζοντας το σχετικό δελτίο τύπου λοιπόν, μου δημιουργήθηκαν άπειρες απορίες. Εμπεριστατωμένες απαντήσεις μπορούσαν να μου δώσουν μόνο οι βασικοί συντελεστές της ταινίας, οι οποίοι ευτυχώς με καλοδέχτηκαν στα παρασκήνια της πρώτης τους φωτογράφισης. Ζήτησα λοιπόν από τους Μάκη Παπαδημητράτο, Αλέξανδρο Παρίση και Αναστάση Κολοβό να κάνουμε μία απλή κουβέντα, χωρίς να έχουν στο μυαλό τους καθωσπρεπισμούς και το ποιος μιλάει πότε. Ευτυχώς, η φόρμουλα πέτυχε και παρακάτω μπορείς να διαβάσεις όλα όσα είπαμε, αφιλτράριστα και αυθόρμητα, σα να ήσουν μπροστά. 

>Η ταινία Τσίου επιστρέφει. Γιατί τώρα;
Μ.Π.: Γιατί τώρα μπορούμε. Η πρόταση μου είχε γίνει πέρυσι από το Στέφανο Παπαγκίκα και έκανα διακοπές γνωρίζοντας ότι φέτος δε θα κάνω. Πολύ καιρό ψήνεται το πράγμα. Ρώτησα τους πρώτους ενδιαφερόμενους, ενθουσιάστηκαν με την ιδέα και είπαμε πάμε να το κάνουμε όλοι μαζί και να περάσουμε ωραία. 
Α.Π.: Επειδή επίσης έχουν περάσει 17 χρόνια και το "παιδί" πλέον θα βγει από το σπίτι μία βόλτα μόνο του χωρίς το μπαμπά και τη μαμά. Είναι ένα είδος ενηλικίωσης. 

Μία εντελώς Τσίου επιστροφή Χρήστος Τόλης
Μάκης Παπαδημητράτος

>Και γιατί σε θεατρικό; Το λες και βουτιά στα βαθιά. 
Α.Κ.: Νομίζω πως η ταινία σα δομή έχει μία θεατρικότητα. Αν εξαιρέσεις κάποια εξωτερικά γυρίσματα, που περπατάει ο Τσίου προς τις σκάλες κλπ, είναι δομημένη σε εσωτερικούς χώρους.
Α.Π.: Εντάξει, έχει και το αυτοκίνητο που κάνει τη γύρα...
Μ.Π.: Όχι, έχει αρκετούς εξωτερικούς χώρους, νομίζω θα μας δυσκολέψει. 
Α.Κ.: Άκυρο, τώρα που το λέτε δεν είναι όπως το "Σπιρτόκουτο" του Οικονομίδη. 
Μ.Π.: Μπράβο, αυτό στηριζόταν σε θεατρικό, εμάς ήταν μία καινούργια ιδέα.

>Διάβασε ακόμη: Θεατρικά για πάντα

>Άρα καλά λέω πως είναι ένα ρίσκο, ακόμη και από άποψη θεατρικής προσαρμογής σε ένα τεράστιο χώρο, το Δεκαπενταύγουστο κιόλας. 
Α.Κ.: Ναι, αλλά και πάλι δε νομίζω ότι θα ταίριαζε σε ένα μικρό θέατρο. 
Μ.Π.: Σε αυτά όλα που λες έχεις δίκιο. Είναι δύσκολο, είναι δύσκολο, είναι δύσκολο. Μας αρέσει όμως αυτό. 
Α.Π.: Υπάρχει και το άλλο: Επειδή η ταινία σε βάθος χρόνου έχει κάνει το γκελ που έχει κάνει, το γεγονός ότι θα βρεθούμε πάλι όλοι εμείς εδώ μετά από τόσα χρόνια για να την αναπαραστήσουμε με θεατρική δομή σε ένα χώρο που μοιάζει περισσότερο συναυλιακός παρά θεατρικός, είναι πράγματι δύσκολο αλλά γοητευτικό. Όσο για το Δεκαπενταύγουστο, η ιδέα ανήκει στην παραγωγή. Στην πρώτη κουβέντα που κάναμε, ρώτησα, "Γιατί δεν πάμε 15 Ιουλίου;", η απάντηση ήταν "Ιερότητα, 15 Αυγούστου".

Α.Κ.: Κι εγώ αναρωτήθηκα, αλλά πραγματικά τιμά τους παραγωγούς μας αυτή η απόφαση. Έχει ένα ρομαντισμό αυτό το πράγμα, ακόμα και μαρκετινίστικα αν το δεις, έχουν δίκιο. Άλλωστε, υπάρχει κόσμος που είναι εδώ το Δεκαπενταύγουστο. 
Α.Π.: Βασικά, αυτό θα το δείξει η ιστορία φίλε μου καλέ. Ζούμε σε μία συνθήκη πολύ περίεργη, αλλά πιστεύω πως όσοι θα είναι εδώ, θα έρθουν. 

Η επιστροφή στο μέλλον

>Τι έχει αλλάξει από τότε μέχρι σήμερα για εσάς;
Α.Π.:
Ας ξεκινήσουμε από τα βασικά: Τότε ήμασταν 25+, τώρα κοντεύουμε τα 50 (γέλια). 
Α.Κ.: Δεν ξέρω τι να σου πρωτοπώ. Για παράδειγμα, γνώρισα στο στρατό τον Άλεξ, τυχαία, σε μονάδα που ήμουν εγώ και ήρθε να κάτσει για 15 μέρες και τελικά έμεινε... Πόσο έμεινες;
Α.Π.: Ενάμιση μήνα. Έκατσα στο κρεβάτι του χωρίς να γνωριζόμαστε. 
Α.Κ.: Έρχεται που λες στο θάλαμό μου, λέμε είμαστε ηθοποιοί -εντάξει, δε μας ήξερε ούτε η μάνα μας- μου έκανε για πλάκα τον Τσίου και γελούσαμε... Μου λέει σε κάποια στιγμή "Έχω ένα φίλο που είναι ηθοποιός, το έχει με την κάμερα και φτιάχνει διάφορα". Έτσι, γνώρισα το Μάκη μέσω του Άλεξ. 
Α.Π.: Σε άδεια κιόλας. 

Α.Κ.: Έρχεται θυμάμαι ο Μακ με την κάμερα, 2 το πρωί στον Άγιο Παντελεήμονα κάναμε τα γυρίσματα. Φτιάχνουμε τη μικρού μήκους, ήμασταν εμείς ως τριάδα και κάποιοι ερασιτέχνες και αν τη δεις είχε μία καφρίλα, είχε 'κάτι'. Από τότε ήθελα να το μεγαλώσουμε. 
Α.Π.: Εμείς με το Μάκη ήμασταν φιλαράκια από τις σχολές -στου Κιμούλη αυτός, στην Εμπρός εγώ- είχαμε βρεθεί από παρέες, κάναμε πλακίτσα, παίρναμε την κάμερα και ξενυχτούσαμε χωρίς να υπάρχει στόχος. Κυρίως για να βλέπουμε μετά βιντέακια και να γελάμε. Κάπως έτσι γεννήθηκε ο χαρακτήρας, μέσα από τους αυτοσχεδιασμούς. Πέρασαν τα χρόνια, πήγα φαντάρος, μας ήρθε μία ιδέα να κάνουμε ένα μικρομηκάκι με ερασιτέχνες και εμάς τους δύο να παίζουμε. Βάλαμε και τον Κολοβό στο παιχνίδι, ούτε ήχο δεν είχαμε, προχώρησαν τα χρόνια, το είδε ο Δημήτρης Μακρής καλή του ώρα και είπε "Ρε συ, αυτό κάν'το μεγάλου μήκους!". Ο Μάκης είχε ήδη έτοιμο σενάριο για μεγάλου μήκους, τους "Κλέφτες"...

Α.Κ.: Έλα ρε, το είχες από τότε; Δεν το ήξερα. 
Μ.Π.: Άμα το δεις, φαίνεται κιόλας. Είναι λίγο πιο πρωτόγονο. 
Α.Π.: Και κάπως έτσι έγινε και η μεγάλου μήκους. Πέρασαν πολλά χρόνια από τότε, αυτή η αίσθηση ότι ξαναβρισκόμαστε και θα παρτάρουμε μέσα από αυτό, νομίζω είναι η πρώτη δύναμη που έχουμε για να το κάνουμε, μας δίνει την ώθηση. Είναι μία πολύ ωραία ιδέα του Κωνσταντίνου Πολίτη και του Στεφανου Παπαγκίκα: Αφενός μία ευκαιρία να τα ξαναπούμε όλοι μαζί, αφετέρου να μοιραστούμε με τον κόσμο όλο αυτό που εισπράττουμε αυτά τα 17 καλοκαίρια που έχουν περάσει από τότε, που δεν είναι και λίγα. 

>Μάκη, τον περίμενες αυτόν τον χαμό;
Μ.Π.: Κανείς μας, ούτε καν, καμία σχέση. 
Α.Κ.: Πήρε και τόσα βραβεία στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης (σ.σ. βραβεία σεναρίου, πρωτοεμφανιζόμενου σκηνοθέτη και FIPRESCI)...
Α.Π.: Καλά, πέρα από τα βραβεία, πήγαμε στο Φεστιβάλ, δε μας ήξερε κανείς, δε μας κοίταζαν καν και από την ώρα που προβλήθηκε η ταινία, αισθανθήκαμε ότι άλλαξε όλο το vibe γύρω μας. 

Αλέξανδρος Παρίσης Χρήστος Τόλης
Αλέξανδρος Παρίσης



Μ.Π.: Γίναμε κάποιοι ξαφνικά, καταλαβαίνεις πώς το εννοώ. 
Α.Π.: Ξέρεις, το Φεστιβάλ έχει και μία αγριότητα, ταινίες που δεν έκαναν γκελ στο κοινό -τότε τουλάχιστον υπήρχε μία γηπεδική προσέγγιση, γιούχαρε, φώναζε, γελούσε κοροϊδευτικά- δεν περνούσαν καλά. Το ζήσαμε λίγο πριν παίξει η δική μας και σκεφτόμασταν "ωχ, έρχεται και η δική μας ώρα". Μπορεί να φάμε κράξιμο, λέγαμε "Είναι αθηναϊκή ιστορία, τι μπορεί να πει στη Θεσσαλονίκη;". Θυμάστε; Τα λέγαμε αυτά. 

>Αυτό που εισπράττω από εσάς και που έχει αποδείξει η διαχρονική πορεία του Τσίου είναι πως όταν κάνεις κάτι και το ευχαριστιέσαι, με κάποιο τρόπο κάνει την απόσβεσή του. 
Α.Κ.: Τότε δεν το είχαμε συνειδητοποιήσει. Είχαμε πάθος, αλλά είχαμε και άγνοια. Όταν τη φτιάχναμε, δεν περνούσε από το μυαλό μας το Φεστιβάλ δηλαδή. 
Α.Π.: Το ότι οι παρέες δίνουν το σύνθημα, δεν είμαστε οι πρώτοι που το είπαμε. Στην τέχνη τουλάχιστον έχουν προϋπάρξει πολλές αγαπημένες ομάδες που είχαν κάτι να πουν και το κοινό ανταποκρίθηκε. Νομίζω πάντως πως έχει ανάγκη την παρεΐστικη φάση. 

>Μου είπατε ότι ο Τσίου προέκυψε αυτοσχεδιαστικά. Βασίζεται όμως σε πρόσωπα που είχατε συναντήσει; Οι ερμηνείες αντιπροσωπεύουν συμπεριφορές που έχετε εισπράξει από άλλους;
Α.Π.: Εγώ είχα ένα συμμαθητή στο σχολείο, ήταν ο πρώτος που είδα να μιμείται το "πρεζάκι", όπως το έλεγε τότε. Τώρα καλή του ώρα είναι frontman σε ένα συγκρότημα. 
Α.Κ.: Όντως; (γέλια)
Α.Π.: Ναι ναι, όταν το έκανε μου άρεσε η μίμησή του και άρχισα να κάνω μίμηση στη μίμηση. Κάπως έτσι γεννήθηκε το δικό μου κομμάτι. Τώρα το πώς το ενορχήστρωσε ο Μάκης και έφτιαξε την ιστορία...

Μ.Π.: Κι εγώ είχα ακούσει ιστορίες αντίστοιχες, π.χ. να βάζει ο άλλος στο στόμα του το "πράμα" για να μην το δουν - είχα σκεφτεί αν το κατάπινε τι θα γινόταν. Με τα πραγματάκια που έχεις ακούσει κατά καιρούς, που έχεις στα χέρια σου, που φαντάζεσαι, κάνεις ένα μείγμα. Είναι ένας μίνι αχταρμάς με την καλή έννοια, ειδικά αν πρόκειται για κάτι τόσο σημερινό. 
Α.Π.: Ακούγεται μάλλον εύκολο, αλλά ουσιαστικά εμείς εργαστήκαμε πολύ σκληρά. Χρειαζόταν αρκετός χρόνος για να χτιστεί, δεν είχαμε λεφτά για να ξοδέψουμε. Η δημιουργία ενός κόσμου γύρω από τον ήρωα πήρε μία πενταετία μέσα από καθημερινή παρέα και τριβή. Δεν το λες και λίγο για να προετοιμαστείς. Δεν το είδαμε ποτέ ως κάτι πρόχειρο. Η μικρού μήκους έγινε το 2001 που ήμασταν φαντάροι, η μεγάλου μήκους το 2005. Πέρασαν 4 χρόνια για να ωριμάσει αυτό μέσα μας. 

Μ.Π.: Όταν έπεσε στο τραπέζι το Φεστιβάλ, θυμάμαι να λέω "Σιγά μην ξαναασχοληθώ μ' αυτό, αφού το κάναμε τότε". 
Α.Π.: Δεν έγινε οργανωμένα, αλλά να που λειτούργησε. 
Μ.Π.: Είναι αυτό που λέμε, όλα λειτουργούν αθροιστικά. 
Α.Κ.: Σε κάποια στιγμή είχα πει τότε "Ρε συ Μάκη, αν είχαμε λεφτά σαν παραγωγή τότε, πώς θα ήταν;" Και δε θυμάμαι ποιος από τους δύο σας μου απάντησε ότι αν τα είχαμε μπορεί να μην ήταν Τσίου. 
Α.Π.: Ναι, δε θα ήταν. 
Α.Κ.: Ή ξέρω γω αν έπεφτε στα χέρια ενός παραγωγού και σου έλεγε "Μάκη μου εσύ θα παίξεις, αλλά ξέρω γω δε θέλω τον Αλέκο, θέλω τον τάδε, τη Μαρίκα", δε θα μπορούσες να κάνεις κάτι. Θα είχε σίγουρα, αναγκαστικά επιρροή σε κάποια πράγματα, όπως γίνεται συνήθως. 

Το Happy End και ο όρος Cult

>Την πρώτη φορά που είδα την ταινία μου έκανε εντύπωση ότι είχε happy end. Οι πιο underground πειραματικές καταστάσεις συνήθως το σνομπάρουν. 
Μ.Π.: Όταν γεννιόταν η ταινία, ήταν μεγάλη επιρροή ο Μακρής. Θυμάμαι να λέει "μη διανοηθείς και σκοτώσεις τον Τσίου στο τέλος για να εντυπωσιάσεις με κάποιο τρόπο" και με επηρέασε να σου πω την αλήθεια, προτού ακόμη καταλήξω στο φινάλε, ακόμη αμφιταλαντευόμουν. Πρέπει να του δώσω τα credits, διότι επέμεινε πως σε αυτό το σενάριο, σε αυτό το ύφος ταίριαζε ο Τσίου να καθαρίσει και να έχει ένα τύπου happy end. 
Α.Π.: Νομίζω ότι είναι και αυτό που είπες ότι δεν είχε ξαναγίνει κάτι τέτοιο, όλοι όσοι καταπιάνονται με τέτοια θεματολογία, κάνουν dark το φινάλε τους. Ενώ εδώ, αν για κάτι είναι καινοτόμο το Τσίου, είναι ακριβώς για αυτόν το λόγο, επειδή κατάφερε να δώσει μία ελπίδα. 

Α.Κ.: Εμένα δε με έπεισε πάντως ότι είναι happy! (γέλια) Δηλαδή μπορεί σε δύο χρόνια να ξανακυλούσε! (γέλια)
Μ.Π.: Όντως ρε παιδί μου, θα μπορούσε μετά με υπερβολική δόση να πέθαινε ο Τσίου.
Α.Π.: ...με αυτήν τη δόση που ψάχναμε όλη μέρα, πεθαίνει. (γέλια)
Μ.Π.: ...και σκάνε τα ασθενοφόρα! (γέλια). Εμείς τώρα κάνουμε πλάκα στο πλαίσιο της μυθοπλασίας, δεν είναι πρόθεσή μας να προσβάλλουμε κάποιον. Όποιος έχει δει την ταινία μπορεί να καταλάβει, ο δε Μακρής το πρότεινε γιατί ήταν ψυλλιασμένος έχοντας δει τους "Κλέφτες". 

>Πόσο επίκαιρος είναι σήμερα ο Τσίου; Την περιμένατε αυτήν την ερώτηση, είμαι σίγουρη. 
Μ.Π.: Είναι ένα ζήτημα που βλέπουμε γύρω μας. Αν κάνεις μία βόλτα στην Αθήνα και παρατηρήσεις, θα δεις ότι μιλά για ένα υπαρκτό πρόβλημα. Βέβαια, κακώς υπάρχει ακόμη. 
Α.Π.: Είναι μία μόνιμη κατάσταση, μία καθημερινότητα.

>Διάβασε ακόμη: O Miles Kane και η ανεπιτήδευτη απλότητα του rock'n'roll

Α.Κ.: Αν το πάρουμε και λίγο συμβολικά, είναι ο τύπος που γίνονται όλα γύρω του χωρίς να φταίει ουσιαστικά. Πληρώνει αμαρτίες και βάλλεται από παντού.
Α.Π.: Αυτό είναι το σεναριακό κομμάτι, εντάξει, μπορώ να το καταλάβω, αλλά το πόσο επίκαιρο είναι σήμερα και το τι έχει να πει, ίσως να μην έχει απάντηση. Μπορεί να είναι πάντα επίκαιρο και ταυτόχρονα να μην είναι, όταν γίνεται ένας πόλεμος στην Ουκρανία ή η πανδημία θερίζει κόσμο. 

>Ο Τσίου είναι σημείο αναφοράς για εσάς; Σκέφτεστε τι θα έλεγε, πώς θα αντιδρούσε σε συγκεκριμένες καταστάσεις αν ήταν μπροστά;
Α.Π.: Προσωπικά όχι, έχω να σκεφτώ ένα σωρό άλλα... (γέλια) 
Α.Κ.: Όχι εντάξει, η ζωή συνεχίζεται, απλώς υπάρχει στην καθημερινότητά μας, δε μπορείς να τον ξεχάσεις γιατί έρχονται άνθρωποι και σου δείχνουν την αγάπη τους. Έχω πάει μέχρι και σε αστυνομικό τμήμα, ο αστυνομικός αναρωτιόταν που με ξέρει - εγώ τότε ξεκινούσα την τηλεόραση και νόμιζα από εκεί- εν τέλει με ρώτησε αν έχω παίξει στο Τσίου και μου είπε μετά πίσω στα κρυφά "Και γαμώ τις ταινίες". Είχα πάρει τότε το Μάκη τηλέφωνο και του είχα πει "Έλα εντάξει, μπήκαμε και στη ΓΑΔΑ!" (γέλια). Σουρεαλιστικά πράγματα παντού! 

Αναστάσης Κολοβός Χρήστος Τόλης
Αναστάσης Κολοβός

>Αφού μιλάμε για σουρεάλ καταστάσεις, θυμάστε κανένα ευτράπελο από τα γυρίσματα να μοιραστείτε μαζί μου;
Α.Π.: Εμένα το ευτράπελο που μου έχει μείνει αφορά στο πρώτο μας πλάνο, εξαιτίας του οποίου μπήκαμε μέσα στον ΟΣΕ για να το "κλέψουμε", βλέπεις δεν είχαμε άδεια. Πήραμε την κάμερα, δεν είχαμε ούτε μπουμ, για να καταλάβεις η φωνή του Τσίου έχει φορεθεί από πάνω εκ των υστέρων στο στούντιο και στο τέλος φύγαμε τρέχοντας.
Μ.Π.: Ήρθε ο σεκιούριτι για την ακρίβεια και μας έδιωξε. Αν θυμάστε έλεγε "Φέρε την κασέτα", εγώ την έβαλα στην τσέπη, άνοιξε η πόρτα και αρχίσαμε το τρέξιμο! (γέλια)
Α.Κ.: Στο μίνι μάρκετ επίσης κάτω από το σπίτι μου, προσπαθούσα να πείσω τον παππού που το δούλευε λέγοντάς του "Ρε συ θα έχεις όφελος, θα το δει κόσμος" και μου ΄λεγε "Τι να έρθει, στον Άγιο Παντελεήμονα να πάρει ψωμί, με δουλεύεις; Άσε με να κάνω τη δουλειά μου". (γέλια)

Α.Π.: Το άλλο το τρομερό, ήταν 15 Αυγούστου και έπρεπε να κάνουμε όλα τα εξωτερικά γυρίσματα στην άδεια Αθήνα -χωρίς ήχο πάλι. Πάμε στην Πλατεία Βάθης για να κάνω εγώ ότι μιλάω στο τηλέφωνο. Με το που πάμε, είχε εκεί καμιά 15αριά χρήστες που μας την έπεσαν για να μας πάρουν την κάμερα. 
Μ.Π.: Νόμιζαν ότι ήμασταν δημοσιογράφοι και ότι θα βγάζαμε τα πρόσωπά τους στις ειδήσεις.
Α.Π.: "Γιατί να με δει η μάνα μου σε αυτήν την κατάσταση", έλεγαν κάποιοι και τους πείσαμε ότι κάνουμε ταινία. Ήταν μακράν η πιο αμήχανη στιγμή μου, διότι είχαν στηθεί πίσω από την κάμερα 20 άτομα, εγώ έπρεπε να κάνω το τηλεφώνημα, λέει "cut" ο Μάκης και αμέσως ακούγεται μία φωνή: "Νταξ, με ένα 20ευρω το έκανα καλύτερα". Πέρα από την πλάκα, ήταν κάπως αμήχανο να σε παρακολουθούν αυτοί που υποδυόσουν, την ώρα που τους υποδυόσουν. Αφού θυμάμαι, ήρθε μετά ο Μάκης και μου λέει "Κρατήθηκες ε;". Του λέω "Μαλάκα χέστηκα, όχι κρατήθηκα, φοβήθηκα πολύ". 

>Έχετε αγαπημένες ατάκες; Αν δε σας έρχεται συγκεκριμένη, μπορείτε να μου πείτε αντ' αυτών κάποια σκηνή.
Α.Π.: Εγώ ένα στιγμιότυπο θυμάμαι που πραγματικά το χάρηκα και μπορεί τώρα που το σκέφτομαι να ήταν ένας καλός αυτοσχεδιασμός εκτός σεναρίου: Δυο φίλοι και συνάδελφοι, στο πρώτο τους τετ α τετ μετά από μία εξαετία, κατά την οποία δούλευαν underground στην Αθήνα. Αυτή είναι μία ωραία σκηνή που θα μπορούσε να είχε κοπεί. 

Α.Κ.: Αυτό που θα σου πω είναι μάλλον άσχετο, αλλά θέλω να στο πω. Εμένα μου είχε κάνει τρομερή εντύπωση το γεγονός ότι οι γονείς έδειχναν την ταινία στα παιδιά τους από πολύ μικρή ηλικία. Εγώ είχα και ένα φόβο λόγω θεματολογίας. Είχα πάει σε κάμπινγκ με 45άρηδες που είχαν μικρά παιδιά και την είχαν δει όλα. Όσο για τις ατάκες, ο Μάκης τότε ξεκινούσε και μας έδινε ελευθερία. Δεν αισθάνθηκα ποτέ εγκλωβισμένος Μου έλεγε ό,τι ήθελε, αλλά δεν είχε εγωισμούς του στυλ "Θα το κάνεις όπως σου πω". Αν ήταν καλό σου έλεγε "ωραίο, γουστάρω". Ήταν τέλειο για το ξεκίνημα ενός ηθοποιού σε μία ταινία που κατέληξε στο Φεστιβάλ και είδε τη μούρη του στο πανί. 

>Ο όρος Cult που πολλοί έχουν αποδώσει στην ταινία είναι παράσημο ή σας φέρνει σε αμηχανία;
Μ.Π.: Σωστή ερώτηση. 
Α.Κ.: Όσο μεγαλώνουμε, δεν ξέρω πώς τον εννοεί ο καθένας αυτόν τον όρο. Είναι κάποιοι που τον θεωρούν τιμή τους, σου λένε "Cult, γουστάρω" και άλλοι που μέσα τους λειτουργεί απαξιωτικά. Βασικά είναι σε επίπεδο παραγωγής τελικά; Δεν έχω καταλάβει με τα χρόνια τι σημαίνει Cult. Σε επίπεδο υποκριτικής; Μπορεί κάποιος να μου το εξηγήσει τι σημαίνει το 2022;

>Μ.Π.: Θυμάμαι το Cult Festival που έκανε ο συχωρεμένος ο Τριανταφυλλίδης στο Gagarin. Τις ταινίες που έβλεπα εκεί, τις θεωρούσα κάπως δεύτερες, οπότε δε σου κρύβω ότι όταν το πρωτοάκουσα σκέφτηκα "Κάτσε ρε συ, όταν λένε Cult εννοούν ότι είμαστε κάτι τέτοιο;" Τότε, δεν το είχα πάρει ωραία να σου πω την αλήθεια. Αν τώρα θεωρήσουμε ότι το Cult αρέσει φανατικά σε κάποιο κοινό... Δεν ξέρω. Πάντως μου έχει μείνει στο μυαλό σε συνδυασμό με τις ταινίες που έβλεπα εκεί, κάτι Γκουσγκούνηδες, κάτι παλαβά και δεν είμαστε αυτό, επουδενί. Καταλαβαίνεις τι εννοώ. 
Α.Π.: Εγώ μία underground μαύρη κωμωδία βλέπω, ο όρος Cult ή γενικά όλα αυτά που κάπως βαφτίζονται, δε με ακουμπάνε. 
Μ.Π.: Αν πουν ότι είναι Cult το Big Lebowski, λες ok, ναι ρε φίλε. 
Α.Π.: Κάτι εναλλακτικό είναι Cult ας πούμε;

>Έχει δίκιο σε αυτό που λέει ο Μάκης, το πώς το εννοεί ο καθένας διαφέρει. 
Μ.Π.:
Εδώ παιδί μου στο Big Lebowski υπάρχουν τύποι dudiστές, είναι θρησκεία ο dudισμός από το dude και είναι φουλ φανατικοί. Αν πούμε κάτι τέτοιο, μας γοητεύει. Αν πούμε το κλασσικό "Τι ώρα είναι" του Γκουσγκούνη και κάτι τέτοιες ατάκες στις ταινίες αυτές με τις οποίες γελούσε ο κόσμος, να με συγχωρείς, δε βρίσκω κάποια συγγένεια. (γέλια)

>Βασικά είναι απλό, ετυμολογικά προκύπτει από τη λέξη culture.
Α.Π.: Από κει βγαίνει; Είναι τεράστιο το φάσμα. 
Α.Κ.: Στην Ελευθεροτυπία μας είχαν βάλει μαζί με "Το Κακό" και μία ταινία με τη Φιλίνη. Και πάλι με "Το Κακό", καμία σχέση. Μια χαρά η ταινία στο μεταξύ, πήγε και στο εξωτερικό.
Α.Π.: Ήταν κωμωδία - θρίλερ, καμία σχέση. 
Α.Κ.: Τελοσπάντων, δε μπορώ να σου πω ότι εγώ πληγώνομαι με κάτι τέτοια. 
Μ.Π.: Ε ναι, όπως θέλουν ας σε πουν. 

H νοσταλγία και η θεατρική προσαρμογή

>Ποιο είναι το πιο άκυρο πράγμα που έχει ειπωθεί για αυτήν την ταινία;
Μ.Π.: Να σου πω μία πραγματικότητα: Στο πρώτο τρίπτυχο που είχαμε βγάλει για το σινεμά, είχαμε βάλει την κριτική του Δανίκα πρώτη πρώτη. Μας έθαβε. 
Α.Π.: "Μία παρέα αλήτες, πήραν την κάμερα."
Μ.Π.: Την πήραμε και τη βάλαμε πρώτη "Τόσο χαμηλά, όσο ποτέ άλλοτε ξανά" (γέλια). Και λέμε, θα γράψουμε πρώτο πρώτο ότι μας βρίζει ο Δανίκας, θα το βάλουμε για παράσημο. Αυτό υπάρχει, δε στο λέω για να στο πω. Τον ευχαριστούμε. 
Α.Κ.: Μα πήγε μία ταινία στο Φεστιβάλ χωρίς να πάρει λεφτά από τον Έλληνα φορολογούμενο, δεν πήραμε τίποτα από το Κέντρο και κάθεσαι και λες αυτά. 

Μ.Π.: Σε φεστιβάλ, έχω παρακολουθήσει κι άλλα low budget και δε βλέπονται, δεν παίζει ρόλο αυτό. Όπως και να έχει, Ραφαέλλα δεν το φέρουμε βαρέως. 
Α.Κ.: Ωραία, ξέρεις τι; Και στο θέατρο πάνε οι κριτικοί και αν είναι κακή η παράσταση, απλά δε γράφουν τίποτα. Βλέπει ο άλλος ξέρω γω μία μπούρδα κατά τη γνώμη του, δεν πάει στην εφημερίδα να γράψει, τους κάνει αυτήν τη "χάρη" για να δουλέψουν οι άνθρωποι. Μπορούσε να μη γράψει τίποτα. Είναι ανάγκη να το χτυπήσεις;

>Διάβασε ακόμη: 5 λόγοι για να πάμε-και φέτος- στο Φεστιβάλ Αθηνών & Επιδαύρου

>Ο Τσίου πρωτοτύπησε και σε κάτι άκομη: Ήταν το πρώτο κινηματογραφικό viral της εποχής εκείνης. 
Μ.Π.: Μας βοήθησε, ναι ρε συ. Ήμασταν τυχεροί που πέσαμε σε αυτήν τη συγκυρία, αλλιώς δε θα ήξερε την ταινία ο κόσμος. Οk, έπαιξε στο σινεμά πόσοι το έμαθαν, πόσοι πήγαν, τέλος. Πέσαμε πάνω στην επανάσταση του ίντερνετ και των πειρατικών dvd, δηλαδή εγώ είχα ακούσει ότι πουλούσουν κόπια την ταινία, έψαχνα να τη βρω και δεν την έβρισκα κιόλας! (γέλια) Ήθελα πιο πολύ να την αγοράσω για να πω ότι την αγόρασα κι εγώ σε πειρατικό και δεν το κατάφερα!
Α.Π.: Τα video club επίσης, έλεγαν "σου έχω μία ταινία φοβερή χωρίς εταιρεία παραγωγής από πίσω" και την είχαν στις παράνομες. Έτσι την είδε ο κόσμος, από χέρι σε χέρι, στη ζούλα. 

>Αυτό δηλαδή δε σας έκανε και λίγη ζημιά;
Α.Π.: Εμείς μόνο κερδίσαμε. 
Μ.Π.: Εντάξει, χάσαμε λεφτά αν το θες, αλλά έμαθαν τη δουλειά μας και κερδίσαμε μακροπρόθεσμα. Πώς είναι κάτι μπάντες που χαρίζουν τη μουσική τους και μετά κερδίζουν τα gigs; Ας πούμε ότι κάναμε κάτι αντίστοιχο χωρίς να το επιδιώξουμε. 
Α.Π.: Πληρωθήκαμε αργότερα από αυτό, από τα επόμενα που ακολούθησαν. Τα επόμενα 2,5 χρόνια συμμετείχα σε 10 ταινίες, 10 διαφορετικών σκηνοθετών. Μικρά πράγματα, αλλά το τηλέφωνο χτυπούσε. 

>Είναι κλισέ τελικά αυτό που λένε οι περισσότεροι "περνάμε καλά και αυτό βγαίνει και προς τα έξω"; 
Α.Κ.: Κοίτα, στην πορεία, περάσαμε διάφορα. Κάναμε την ταινία, μετά μεσολάβησαν άλλα, υπήρχαν στιγμές που τα σπάσαμε, ξαναβρεθήκαμε, μεγαλώσαμε, ωριμάσαμε...
Α.Π.: Πέρα από αυτό όμως, στο κομμάτι των γυρισμάτων -το θυμάμαι γιατί μου είχε κάνει τρομερή εντύπωση- δεν υπήρχε αυτός ο χαβαλές μίας παρέας που γυρίζει κάτι. Ήταν 100% επαγγελματική η στάση όλων, πέρα από το οικογενειακό κλίμα. Η ταινία γυρίστηκε όπως θα γυριζόταν μία με αρκετά χρήματα στη διάθεσή της. 
Μ.Π.: Ήταν όλα πολύ οργανωμένα για να προλάβουμε το πρόγραμμα, είχαμε πολύ λίγες ημέρες μπροστά μας. Δεν ήμασταν εκεί για χαβαλέ. 

>Εκ των υστέρων, όπως το βλέπετε τώρα, θα αλλάζατε κάτι; 
Μ.Π.: Στο μοντάζ ίσως κανά δυο ατάκες, αλλά όχι κάτι σοβαρό. Και επανέρχομαι στην προηγούμενη ερώτησή σου για να σου πω πως δύσκολα μία παρέα χωρίς χημεία θα επιτύχει κάτι καλό. 
Α.Π.: Προσωπικά ίσως δοκίμαζα περισσότερα πράγματα, ήμουν ένας άπειρος ηθοποιός που δεν είχε κάνει πολύ σινεμά, ναι μεν είχα τον αυτοσχεδιασμό αλλά βλέποντάς το πιστεύω πως κάποια θα μπορούσα να τα είχα κάνει καλύτερα.
Α.Κ.: Εντάξει, αυτό είναι και η διαστροφή του ηθοποιού. Την έχουμε μάλλον όλοι. 

>Η nostalgia τάση που επικρατεί από το Χόλιγουντ μέχρι την Ελλάδα σας αρέσει ή καταδεικνύει έλλειψη έμπνευσης; 
Μ.Π.: Νομίζω πως είναι έλλειψη έμπνευσης και τρόπος για εύκολο κέρδος. Σε εμάς δεν ισχύει, γιατί μιλάμε για θεατρική προσαρμογή. Όταν δεν υπάρχει έμπνευση για κάτι καινούργιο αντλείς από το παλιό για να βγεις έστω κι έτσι κερδισμένος. Δεν είμαι απόλυτος όμως, θα ήθελα να ακούσω και μία άλλη γνώμη. 
Α.Π.: Οι σεναριογράφοι και οι θεατρικοί συγγραφείς σε όλο τον κόσμο ζουν την πιο καταθλιπτική τους περίοδο. Νομίζω πως ό,τι πάνε να περάσουν στο χαρτί είναι τόσο μάταιο που σου λέει ο άλλος "μα γιατί δεν έχει ενδιαφέρον αυτό που γράφω;" Σκίζουν όλοι τα χαρτιά τους και είναι λογικό με όλα αυτά που βιώνουμε. 

>Διάβασε ακόμη: Τα εναλλακτικά Όσκαρ του Esquire

>Τελευταία ερώτηση: Τι πρέπει να περιμένουμε από το θεατρικό Τσίου; 
Μ.Π.:
Θα το δεις να διαδραματίζεται ζωντανά μπροστά σου, όπως ήταν τότε. Η θεατρική προσαρμογή μίας ταινίας, ακόμη και σε κανονικό θέατρο, δεν είναι εύκολη από μόνη της. Είναι δύσκολο εγχείρημα και για τους ηθοποιούς και για το σκηνοθέτη και για την ομάδα. Θα προσπαθήσουμε να αποτυπώσουμε όσο το δυνατόν καλύτερα την ταινία σε αυτόν το χώρο, ενδεχομένως με μερικές επιπρόσθετες πινελιές, αλλά πολλή φειδώ, κατάλαβες. Θα υπάρχει σεβασμός προς την ταινία. Το ζήτημα είναι να μπορεί να παρακολουθήσει το Τσίου ευχάριστα οποιοσδήποτε: Όποιος το έχει δει στο παρελθόν και το αγάπησε, όπως επίσης και εκείνος που δε γνωρίζει περί τίνος πρόκειται. 

* Η θρυλική ταινία του Μάκη Παπαδημητράτου Τσίου, θα παρουσιαστεί για δύο μοναδικές θεατρικές παραστάσεις, στις 15 & 16 Αυγούστου 2022, στο Παλιό Αμαξοστάσιο. 

Ακολούθησε το Esquire στο Facebook, το Twitter και το Instagram.

Οι πιο πρόσφατες Ειδήσεις

Διαβάστε πρώτοι τις Ειδήσεις για πολιτικές εξελίξεις, συνεντεύξεις διασήμων, συμβουλές για αντρική μόδα και συνταγές για φαγητό και πότο στο esquire.com.gr

ΜΗ ΧΑΣΕΙΣ

Η ακομπλεξάριστη Jennifer Lawrence

Στα 32 της χρόνια, η Αμερικανίδα ηθοποιός έχει στην κατοχή της ένα ζηλευτό βιογραφικό και ένα Όσκαρ Α' Γυναικείου Ρόλου. Έτσι, έχτισε την καριέρα της.

Γραφει Πωλινα Φραγκου

Στις ντισκοτέκ με τις Γαλλίδες pop stars των '80s

Πριγκίπισσες, πρώην ηθοποιοί σε αισθησιακές ταινίες και εξωγήινες παρουσίες που άφησαν το στίγμα τους στις γαλλικές ντισκοτέκ.

Γραφει Παναγιωτης Κουστας

Το μεγάλο ψέμα του Alfred Hitchcock

Υπάρχει κάτι που σχεδόν κανείς δεν έχει προσέξει στο θρυλικό Ψυχώ.

Γραφει Πωλινα Φραγκου

Lapse, ένα ταξίδι στο χωροχρόνο που 'ερμηνεύει' τη ζωή

Μένουν δύο ακόμη μέρες για να δεις την πρωτότυπη οπτικοακουστική εγκατάσταση του Σταύρου Γασπαράτου και του Lars Jan στο Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος.

Γραφει Ραφαελλα Ραλλη

Το trailer του House of Hammer είναι ό,τι πιο άβολο είδαμε τελευταία

To Discovery Plus επιχειρεί να ρίξει φως στα σκοτεινά πάθη του Armie Hammer μέσα από ένα ντοκιμαντέρ τριών επεισοδίων.

Γραφει Ραφαελλα Ραλλη

5 'νόστιμες' ταινίες και σειρές για το καλοκαίρι

Πρόσφατες αξιοσημείωτες παραγωγές που δίνουν τον τόνο στη θερινή ραστώνη των σινεφίλ και γαστροφίλ.