Το αίνιγμα του Charles Manson

Στη λίστα με τους πιο διαβόητους serial killers ο "πατέρας" της Οικογένειας Μάνσον παραμένει ακόμα και σήμερα στο Νο 1.

Γράφει: Esquire Editors 08 Αυγούστου 2020

Στις 8 Αυγούστου συμπληρώνονται 51 χρόνια από την εποχή που ο Charles Manson σκορπούσε το θάνατο και όλοι –από τον Quentin Tarantino και το Netflix μέχρι τα μπεστ σέλερ βιβλία– ασχολούνται περισσότερο από ποτέ με την ιστορία του Αμερικανού serial killer και της θηλυκής "οικογένειάς" του. Γιατί άραγε;

Ο Charles Manson πέθανε πριν από τρία χρόνια, στα 83 του, χτυπημένος από το κακό κάρμα του – καρκίνος και άρρωστη καρδιά. Κρίμα που δεν κατάφερε να απολαύσει την πεντηκοστή επέτειο για τις δολοφονίες που διέπραξε και οι οποίες τον έκαναν όχι μόνο διαβόητο, αλλά και ποπ σύμβολο: τα ατίθασα μακριά μαλλιά και τα γυαλιστερά μάτια του δε θύμιζαν σε τίποτε τους μυθικούς κινηματογραφικούς μπαμπούλες – Freddy Krueger, Michael Myers, Hannibal Lecter. Ο Manson περισσότερο έμοιαζε με ροκ σταρ της εποχής του. Σίγουρα υπήρξαν αρκετοί κατά συρροήν δολοφόνοι στη σύγχρονη ιστορία οι οποίοι είχαν πετύχει πολύ υψηλότερο "σκορ" από τον Manson. Ο Ted Bundy, για παράδειγμα, είχε σκοτώσει 35 ανθρώπους. Ο Jeffrey Dahmer, από την άλλη, είχε διαμελίσει –και φάει– 16 άντρες και αγόρια, ενώ ο John Wayne Gacy είχε ομολογήσει 33 φόνους και είχε θάψει τα περισσότερα πτώματα στην πίσω αυλή του σπιτιού του στα περίχωρα του Σικάγου. Στην πραγματικότητα, ο ίδιος ο Manson δεν ήταν serial killer. Ωστόσο, το άκουσμα του ονόματός του και μόνο στοιχειώνει ακόμη και σήμερα τα όνειρά μας.

Οι πρόεδροι έρχονται και φεύγουν, οι τιμές στα χρηματιστήρια ανεβοκατεβαίνουν σαν τρενάκι του τρόμου, πόλεμοι ξεκινούν και κάποια στιγμή τελειώνουν (μερικοί από αυτούς όχι ακόμη, αλλά τέλος πάντων), όμως ο Charlie φαίνεται σαν να μην έφυγε ποτέ κι ας είναι πια νεκρός. Αυτό αποδεικνύουν τα περισσότερα από 50 βιβλία που γράφτηκαν γι’ αυτόν, όπως και τα αναρίθμητα τραγούδια που μιλούν γι’ αυτόν, συν μια όπερα, ένα γερμανικό μιούζικαλ και τουλάχιστον 11 ταινίες, εκτός από τα ντοκιμαντέρ και τις τηλεοπτικές σειρές, όλα αφιερωμένα σ’ αυτόν. Πέρυσι μάλιστα, περίπου τέτοια εποχή κυκλοφόρησε και το "Κάποτε στο... Χόλιγουντ" του Quentin Tarantino.

Ο Manson αποτέλεσε μεγάλο κομμάτι της αμερικανικής ποπ κουλτούρας –με αρνητικό πρόσημο φυσικά– και για κάποιο μυστήριο λόγο όλοι θεωρούν ότι ήταν σαν χθες, όταν λίγο πριν από τα μεσάνυχτα της Παρασκευής 8 Αυγούστου του 1969 τέσσερα μέλη της "οικογένειας" Manson (τρεις γυναίκες και ένας άντρας), ντυμένοι στα μαύρα, πήραν οδηγίες να δημιουργήσουν "κάτι που να μοιάζει σατανικό, βδελυρά δραματικό και άκρως φρικτό" (τα ακριβή λόγια του Manson), κάτι που θα έσπαγε τη ροζ φούσκα μέσα στην οποία ζούσαν οι καλοβολεμένοι celebrities του Χόλιγουντ – από το Μπελ Ερ μέχρι το Μαλιμπού και όλες τις πέριξ περιοχές της νοτιοδυτικής Καλιφόρνιας. Για λόγους που ακόμη και σήμερα είναι άγνωστοι, ο Manson οδήγησε τους οπαδούς του σε ένα συγκεκριμένο οίκημα –οδός Gielo Drive, αριθμός 10050– σε μια σχετικά ερημική περιοχή του Μπέβερλι Χιλς, μεταξύ Μπένεντικτ Κάνιον και Μπέβερλι Γκλεν.

Ο Manson δεν είχε καμία σχέση ή προσωπική γνωριμία με τους ενοίκους του σπιτιού, οι οποίοι ήταν ο Roman Polanski (ο ίδιος έλειπε εκείνο το βράδυ για δουλειές στο Λονδίνο) και η οκτώ μηνών έγκυος γυναίκα του, η 24χρονη ηθοποιός και sex symbol, Sharon Tate. Εκείνη τη νύχτα η ανυπεράσπιστη Sharon σφαγιάστηκε στο σαλόνι του σπιτιού της μαζί με ακόμη τρεις φίλους που βρίσκονταν εκείνη τη στιγμή μαζί της: τον κολλητό του Polanski, Wojciech Frykowski, την Abigail Folger, γόνο και κληρονόμο ξακουστής οικογένειας με επιχειρήσεις καφέ, και το celebrity κομμωτή Jay Sebring.

Το αίνιγμα του Charles Manson
Ο Roman Polanski με την Sharon Tate (© Getty Images)

Η σατανική εντολή που δέχτηκαν από τον Manson οι πιστοί ακόλουθοί του –Susan "Sadie" Atkins, Patricia "Katie" Krenwinkel, Linda Kasabian και Charles "Tex" Watson– ήταν η εξής: "Σφάξτε όσους υπάρχουν εκεί μέσα". Και έτσι έγινε. Ένα ακόμη υποψήφιο θύμα του μακελειού που διέφυγε της σφαγής ήταν ο τυχερός νεαρός Steve Parent, που είχε έρθει από μακριά να επισκεφθεί τη φίλη του Abigail Folger εκείνο το βράδυ και του είχε παραχωρηθεί ένα δωμάτιο να κοιμηθεί στο πίσω μέρος της έπαυλης.

Οι δολοφονίες των τεσσάρων δε θύμιζαν σε τίποτε τις "νοικοκυρεμένες" εκτελέσεις της μαφίας. Ο Manson, 34 χρονών την ημέρα εκείνη, ήταν λάτρης των μαχαιριών. Ένα πρώην μέλος της "οικογένειας", η Dianne "Snake" Lake, ομολόγησε αργότερα ότι ο Manson δίδασκε στους οπαδούς του την ακριβή τεχνική για να σκοτώνουν με μαχαίρι: "Καρφώνεις τη λεπίδα με δύναμη κάθετα στο κάτω μέρος της κοιλιάς και αμέσως τη σπρώχνεις προς τα πάνω, έως το στέρνο και το λαιμό, σιγουρεύοντας ότι έχεις διαλύσει όσο περισσότερα ζωτικά όργανα γίνεται". Τα λεπτά που η Kasabian κρατούσε τσίλιες στην είσοδο της οικίας οι άλλοι τρεις εκτελούσαν με επαγγελματική ακρίβεια χασάπη τη μακάβρια εντολή του Manson. Εκατόν δύο μαχαιριές στο σύνολο, με το αίμα να βάφει δάπεδα, έπιπλα και τοίχους. Η έγκυος Tate δέχτηκε 16 μαχαιριές και τεμαχίστηκε κάθετα σε δύο μέρη, αφού πριν την είχαν κρεμάσει από το λαιμό με ένα σκοινί δεμένο από το ταβάνι του σαλονιού.

Αργότερα, κατά τη διάρκεια των ανακρίσεων και της ακροαματικής διαδικασίας, η Atkins ομολόγησε κομπάζοντας πως ήπιε από το αίμα που έσταζε από το σώμα της κρεμασμένης Tate, αποκαλύπτοντας επίσης ότι ήταν αυτή που έδωσε μια σφοδρή μαχαιριά στο 8 μηνών μωρό που είχε ξεπροβάλλει από την κοιλιά του θύματος. Φεύγοντας, έγραψε στην εξώπορτα τη λέξη "Γουρούνι" με μια πετσέτα που είχε ποτίσει στο αίμα της Tate.

Την επόμενη νύχτα ο Manson έστειλε ξανά τον Watson, την Krenwinkel και την Atkins, μαζί με ακόμη ένα πιστό μέλος της "οικογένειας", τη Leslie Van Houten, σε νέα αποστολή. Αυτή τη φορά τις οδήγησε στο Λος Φέλιζ, μια συνοικία όπου ήταν το σπίτι του Leno LaBianca, ιδιοκτήτη μεγάλης αλυσίδας σούπερ μάρκετ, και της συζύγου του Rosemary. Μέσα σε λίγα λεπτά το σπίτι μετατράπηκε σε σφαγείο: Ο Leno βρέθηκε με τα εντόσθια έξω, η γυναίκα του διαλυμένη σε πολλά κομμάτια και παντού, σε όλους τους τοίχους, ήταν γραμμένες –με το αίμα τους– λέξεις όπως "Πόλεμος" και "Χάος".

Οι σφαγές ήταν αρκούντως αποτρόπαιες, αλλά η δίκη που ξεκίνησε τον Ιούλιο του 1970 κατέληξε σε γκροτέσκο: Ο μικροσκοπικός Manson (1,57 μ.) κατάφερε να μπουρδουκλώσει τα γεγονότα εξηγώντας ότι οι υπνωτικές δυνάμεις με τις οποίες κατηύθυνε τις "ιέρειες" της "οικογένειάς" του δεν ήταν μύθος. Όπως αποδείχτηκε μετά τις έρευνες και τις ανακρίσεις, πολλές από αυτές τις νεαρές κοπέλες έπασχαν από ψυχικές διαταραχές, οι περισσότερες δεν είχαν καν ολοκληρώσει τη βασική σχολική εκπαίδευση και η λατρεία τους προς τον Manson ήταν τυφλή. Όταν αυτός σήκωνε το χέρι, αυτές έκαναν το ίδιο. Όταν σχημάτισε ένα Χ με ξυράφι στο εμπρός μέρος του τριχωτού της κεφαλής του, το έκαναν κι αυτές. Όταν ξύρισε το κεφάλι του, το έκαναν κι αυτές. Επί εννιά μήνες που διήρκεσε η ακροαματική διαδικασία όλες αυτές οι γυναίκες υπέμεναν καρτερικά την ακροαματική διαδικασία στο Δικαστήριο του Λος Άντζελες, άφωνες, ακούνητες, αμίλητες.

ΤΣΑΡΛΣ ΜΑΝΣΟΝ
Susan Denise Atkins, Patricia Krenwinkel και Leslie Van Houten (© Bettmann Archive/getty images)

Ο Manson θέλησε να αποδείξει ότι είχε αυτό το χάρισμα. Ακόμη και ο εισαγγελέας Vincent Bugliosi, που πρότεινε ισόβια κάθειρξη, πείστηκε γι’ αυτό. Σε δήλωσή του στο περιοδικό Rolling Stone έχει πει: "Διέβλεψα μια ποιότητα σκέψης και ένα απροσδιόριστο κύμα ύψιστης επιρροής, μια αύρα, ας το πούμε, που λιγότεροι από έναν στους χίλιους μπορούν να εκπέμψουν σε φίλους, ακολούθους και οπαδούς".

Αμέσως μετά τη σύλληψη του Manson και πολλών μελών της "οικογένειας" οι αντιδράσεις των πολιτών ήταν συγκεχυμένες. Πολλοί θεωρούσαν ότι οι σφαγιαστικές πράξεις τους ήταν αδύνατον να χωνευτούν. Όμως, δεν ήταν λίγοι εκείνοι που λίγο έως πολύ υποστήριζαν την "οικογένεια" Manson: Το πρώην μέλος και μετέπειτα συγγραφέας Joan Didion έφερε ένα φόρεμα για τη Linda Kasabian την ώρα που περνούσε από ακροαματική διαδικασία, ώστε να δείχνει αξιοπρεπής ενώπιον του δικαστηρίου. Η ίδια είχε δηλώσει εκείνες τις μέρες έξω από το δικαστήριο: "Πολλοί άνθρωποι που γνωρίζω στο Λος Άντζελες πιστεύουν ότι στις 9 Αυγούστου του 1969 έκλεισε η δεκαετία των ’60s με τον πιο αιφνίδιο τρόπο".

Ο Manson δεν ήταν καν παρών στο μακελειό της Cielo Drive και η μόνη συμμετοχή που είχε στη σφαγή της οικίας LaBianca ήταν στο δέσιμο του άτυχου ζευγαριού στις καρέκλες. Την ώρα που σφαγιάζονταν βρισκόταν στο αυτοκίνητο με αναμμένη τη μηχανή. Παρ’ όλα αυτά, όταν η δίκη ολοκληρώθηκε τον Απρίλιο του 1971, αυτός μαζί με τις Atkins, Krenwinkel και Van Houten καταδικάστηκαν σε θάνατο, ποινή που μετατράπηκε σε ισόβια κάθειρξη από το Ανώτατο Δικαστήριο της Καλιφόρνιας την επόμενη χρονιά. Ο Manson πέρασε τα επόμενα 46 χρόνια μεταφερόμενος ανά διαστήματα από φυλακή σε φυλακή (San Quentin, Folsom, Vacaville και Corcoran) και αρνήθηκε να ζητήσει αίτηση αποφυλάκισης 12 φορές. Στην τελευταία ακρόαση ενώπιον του συμβουλίου αποφυλακίσεων το 2012 ο Manson είπε χαρακτηριστικά: "Έχω στείλει πέντε ανθρώπους στον τάφο. Είμαι ένα πολύ επικίνδυνο άτομο".

Όσο ομιχλώδη κι αν ήταν τα κίνητρα του Manson, αργότερα έγινε ξεκάθαρο ότι υπήρχε μια μέθοδος γύρω από εκείνη την παραφροσύνη. Το "Helter Skelter" (Χάος), που βρέθηκε γραμμένο στους τοίχους με το αίμα των LaBianca, αναφερόταν σε έναν τίτλο τραγουδιού των Beatles από το White Album, το οποίο ο Manson θεώρησε έναν οδικό χάρτη για μια πολεμική διαδρομή (εν είδει Aποκάλυψης) όπου οι μαύροι μπορούσαν να σφάζουν λευκούς. Αυτός, θέλοντας να μετατρέψει το νόημα του τραγουδιού σε πράξη, δεν ήξερε τι άλλο να κάνει παρά να σκοτώνει λευκούς και να μαζεύει βαμβάκι.

Η σφαγή στη Cielo Drive ήταν κάτι σαν σήμα κατατεθέν αυτής της διαταραγμένης λογικής. Τα μεγάλα κοφτερά μαχαίρια, τα αμέτρητα πλήγματα στα σώματα των θυμάτων και τα αιματοβαμμένα αινιγματικά μηνύματα στους τοίχους και στις πόρτες σε συνδυασμό με τη μεθοδικότητα των φόνων συνθέτουν ένα παζλ παραφροσύνης, με κίνητρα που ανεβάζουν το επίπεδο των φόνων αυτών σε ωμή κτηνωδία, όπου βασικός στόχος ήταν να δημιουργηθεί μια βαριά ατμόσφαιρα ακραίου τρόμου.

"Δεν μπορείς να ξεχάσεις αυτούς τους φόνους", λέει ο συγγραφέας και σεναριογράφος Bret Easton Ellis, κάτοικος του Λος Άντζελες, ο οποίος ήταν 5 ετών όταν αποκαλύφθηκαν οι ανθρωποκτονίες στις δύο οικίες. "Ο τρόμος που κυριαρχεί σε ένα μεγάλο μέρος του συγγραφικού μου έργου πηγάζει από εκείνους τους φόνους. Ο κόσμος συνήθιζε μέχρι τότε να αφήνει τις πόρτες των σπιτιών ανοιχτές, αλλά η σκέψη και μόνο ότι κάποιος μπορούσε πλέον να μπει μέσα και να σε τεμαχίσει σκορπούσε αληθινό καθημερινό πανικό για πολλές δεκαετίες μετά".

Αν και ο Manson δεν πρόφτασε να ζήσει την πεντηκοστή επέτειο από εκείνες τις σφαγές, όλος ο υπόλοιπος κόσμος το βιώνει με τον πιο εντυπωσιακό τρόπο εξαιτίας μιας βιομηχανίας που στήθηκε γύρω από το όνομά του. Είναι σαν μια μηχανή που βγάζει λεφτά. Εκτός από τα βιβλία κόμικς και τις αναρίθμητες ιστοσελίδες που είναι αφιερωμένα σ’ αυτόν και τις groupies του, κυκλοφορούν στο eBay, στο Etsy και στην Amazon κοσμήματα, κούπες για καφέ και μπλουζάκια με το πρόσωπο του Manson (καμιά φορά και με ατάκες του στυλ "Ας κάνουμε το φόνο σπουδαίο ξανά"). Όταν πέθανε, είχε 8.620 followers στο Twitter, στους οποίους έστελνε μηνύματα όπως "Είμαι ελεύθερος, εσείς είστε όλοι στη φυλακή. Τα μυαλά σας είναι παγιδευμένα από τους γονείς σας. – Manson". Μπορείς επίσης να κατεβάσεις δωρεάν σε ringtone για το κινητό σου τον Manson να τραγουδά με τη φωνή του. Το 2011 στο murderauction.com μια τούφα από τα μαλλιά του πωλήθηκε έναντι 2.500 δολαρίων. Στο supernaught.com μια ακτινογραφία της σπονδυλικής του στήλης έφτασε τα 8.500 δολάρια και η τεχνητή οδοντοστοιχία του τα 50.000 δολάρια!

HELTER SKELTER ΤΣΑΡΛΣ ΜΑΝΣΟΝΤο πιο μεγάλο ψάρι στον ωκεανό βιβλίων που έχουν γραφτεί για τον Manson είναι αυτό με τον τίτλο Helter Skelter από δύο συγγραφείς, τον Vincent Bugliosi και τον Curt Gentry –μακαρίτες αμφότεροι–, όπου εξιστορείται λεπτό προς λεπτό η έρευνα μετά τις σφαγές και η ακροαματική διαδικασία. Πρόκειται για ένα έργο με τους περισσότερους αναγνώστες στην ιστορία των βιβλίων με θέμα αληθινούς φόνους και με τις πωλήσεις του στις ΗΠΑ να έχουν ξεπεράσει τα 7 εκατ. αντίτυπα. Ωστόσο, στα ράφια των αμερικανικών βιβλιοπωλείων στο λήμμα Manson κυριαρχούν τρία ακόμη μπεστ σέλερ: Venus Skelter, At Home with the Charles Manson Girls και The Year of the Fork.

Με δεδομένο το γεγονός ότι οι δολοφονίες έλαβαν χώρα στο κέντρο της καρδιάς του Χόλιγουντ και οι στόχοι ήταν είτε celebrities είτε φίλοι των celebrities, δεν αποτελεί έκπληξη το ότι η ιστορία του Manson και της θηλυκής "οικογένειας" αποτελεί σταθερό υλικό για κινηματογραφικές ταινίες και τηλεοπτικές σειρές. Το πιο επιτυχημένο από αυτά τα σίριαλ είχε τον τίτλο Aquarius (2015-2016), που προβλήθηκε στο δίκτυο NBC, με τον ηθοποιό David Duchovny να ενσαρκώνει ένα σκληροτράχηλο αστυνομικό επιθεωρητή ο οποίος προσπαθεί να λύσει το μυστήριο της εξαφάνισης μιας έφηβης που είχε ενταχθεί στην "οικογένεια". Εδώ το σενάριο θέλει τον Manson να είναι ένας αμφιφυλόφιλος ακροδεξιός χίπης, που διατηρεί στενές σχέσεις με τον Richard Nixon και έχει ενεργό συμμετοχή στην προεκλογική του καμπάνια για την Προεδρία των ΗΠΑ στις εκλογές του 1968.

Στην κορυφή της λίστας των κινηματογραφικών ταινιών που ξεχωρίζουν, είτε παλιών είτε πιο πρόσφατων, βρίσκουμε το φιλμ του σκηνοθέτη Drew Goddard με τον τίτλο Bad Times at the El Royale, σε ένα noir-concept που θυμίζει Tarantino, με πρωταγωνιστή τον Chris Hemsworth (βλ. Thor) ως κλώνο του Manson. Ακολουθεί το μικρού μήκους φιλμ με τίτλο Heiress, ’69, που αφορά την ιστορία της Abigail Folger. Η Hilary Duff υποδύεται με μεγάλη πιστότητα την Tate στην ταινία The Haunting of Sharon Tate, ενώ στο φιλμ Charlie Says το σενάριο περιστρέφεται γύρω από τη ζωή των Atkins, Krenwinkel και Van Houten κατά τη διάρκεια της φυλάκισής τους – μετά τις σφαγές.

Για την ταινία "Κάποτε στο... Χόλιγουντ", την οποία υπογράφει ο Quentin Tarantino, ο σκηνοθέτης αναζήτησε το καστ μέσα από ηθοποιούς-μεγαθηρία, όπως οι Al Pacino, Dakota Fanning, Lena Dunham, Timothy Olyphant, Kurt Russell, Damian Lewis, James Marsden, Tim Roth, Brenda Vaccaro, Bruce Dern και o πρόσφατα αποθανών Luke Perry. Η ιστορία εστιάζει στις ερμηνείες των Leonardo DiCaprio και Brad Pitt, που παίζουν δύο κολλητούς, ξεπεσμένους ηθοποιούς-σταρ στα τέλη των ’60s, οι οποίοι προσπαθούν να ξαναβρούν το βηματισμό τους σε ένα Χόλιγουντ που είναι πνιγμένο στο τρίπτυχο "drugs-sex-rock ’n’ roll". Στο σπίτι όπου ζουν μαζί οι δύο ήρωες της ταινίας ποια έχουν γειτόνισσα; Τη Sharon Tate. 

Ξέχωρα από τις αρρωστημένες ιδεοληψίες του Manson, ο ίδιος δεν ήταν δύσκολο να αναλυθεί από τους ειδικούς της δικαστικής ψυχιατρικής. Από την παιδική του ηλικία και για το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του –από την εφηβεία και μετά– ήταν ένας τυπικός παρίας, εκτός κοινωνικών ομάδων ή άλλων φίλων, με τις συναναστροφές του στο σχολείο να περιορίζονται σε μια χούφτα μαστροπών και κακοποιών, κάτι που τον οδηγούσε συχνά πυκνά σε αναμορφωτήρια και φυλακές. Ο Charlie έμαθε να γρατζουνάει κιθάρα στο κελί των φυλακών McNeil Island της Ουάσινγκτον, το οποίο μοιραζόταν με το διαβόητο γκάνγκστερ Alvin "Creepy" Karpis, αρχηγό της συμμορίας Ma Barker. Όταν αποφυλακίστηκε το 1967, κατέληξε στη γειτονιά Χέιτ-Άσμπερι του Σαν Φρανσίσκο παρουσιάζοντας τον εαυτό του ως δυνάμει αντιεξουσιαστή ροκά. Με αυτή την "ταυτότητα" πέτυχε να εισχωρήσει στη μουσική σκηνή του Λος Άντζελες για κάμποσους μήνες εκδηλώνοντας την προτίμησή του στον Neil Young παρά στον Bob Dylan. Μετά κατηφόρισε νότια καταφέρνοντας να γίνει φίλος με τον Dennis Wilson, ντράμερ και συνιδρυτή των Beach Boys, όπως και με τον παραγωγό των Byrds και των The Mamas and the Papas, Terry Melcher, όπου ανάμεσα σε όλα τα τυχερά ο Manson απολάμβανε άφθονη ποσότητα κρασιού, γυναίκες και χόρτο. Μάλιστα, οι Beach Boys λέγεται ότι ηχογράφησαν μια σύνθεση του Manson, αλλά για λόγους που ποτέ δεν έχουν ειπωθεί ανοιχτά, η μπάντα ξανάγραψε το εν λόγω τραγούδι –Never Learn Not to Love– αλλάζοντας ριζικά τη μουσική φόρμα του. Τότε ήταν που ο Manson τσακώθηκε άγρια με τον Wilson, επειδή οι Beach Boys του έκλεισαν κατάμουτρα την πόρτα προς το όνειρο. Οι πρώτοι εχθροί του Manson ήταν οι Beach Boys. Και ο ίδιος αυτοανακηρύχθηκε άγγελος-εκδικητής.

"Προσωπικά πιστεύω ότι ο Manson ήταν ένα σχολιαρόπαιδο συγκριτικά με όλους τους άλλους μανιακούς serial killers" λέει ο Joe Penhall, συγγραφέας και σεναριογράφος, ο οποίος στη σειρά Mindhunter, που δημιούργησε για το Netflix, ασχολείται σε βάθος με την ψυχοπαθολογία παρουσιάζοντας τα προφίλ πολλών κατά συρροήν δολοφόνων, όπως του Richard Speck, ο οποίος το 1966 σκότωσε οκτώ φοιτήτριες της νοσηλευτικής στο Σικάγο. Σε ένα επεισόδιο που θα προβληθεί στη δεύτερη σεζόν της τηλεοπτικής σειράς ο Penhall ασχολείται με τον Manson (ο Αυστραλός ηθοποιός Damon Herriman έχει το "προνόμιο" να υποδύεται τον Manson τόσο στο Mindhunter όσο στην ταινία του Tarantino). "Το ζήτημα με τον Manson έχει να κάνει με το μυαλό του" συνεχίζει ο Penhall. "Αν είσαι σαν κι αυτόν, δε θα βάλεις ποτέ ένα κορίτσι στο πίσω μέρος ενός κλειστού ημιφορτηγού αφού πριν της έχεις διαλύσεις το κεφάλι. Θα τη βάλεις στο πίσω μέρος του φορτηγού κερδίζοντας την εμπιστοσύνη της. Η δημιουργικότητα του μυαλού του Manson εστίαζε στην εκμετάλλευση και τη χρησιμοποίηση των ανθρώπων".

Για τον Penhall ο Manson ήταν (και είναι) ένας "τοτεμικός χαρακτήρας", ένας φάρος που θα έδειχνε το δρόμο μέσα στη σφοδρή καταιγίδα μεγάλων κοινωνικών αναταράξεων. Αναδύθηκε σε μια εποχή πολιτιστικής απορρύθμισης, με το αιματοκύλισμα στο Βιετνάμ και τις νέες κοινωνικές ελευθερίες να έχουν κόψει τη χώρα στα δύο, εν μέσω πολλαπλών λανθασμένων επιλογών σε πολιτικό, κοινωνικό και ρατσιστικό επίπεδο – όπως περίπου είναι οι ΗΠΑ και σήμερα. Όπως και ο ίδιος ο Manson είχε πει κάποτε, "ξέρεις, πολύ καιρό πριν το να είσαι τρελός σήμαινε κάτι. Στις μέρες μας όλοι είναι τρελοί".

Αν παραδεχτούμε ότι οι φυλετικές διακρίσεις ήταν μία από τις πολύ λανθασμένες κοινωνικοπολιτικές επιλογές στα τέλη του ’60 (αλλά ακόμη και σήμερα – βλ. κίνημα #MeToo), μπορούμε να αντιληφθούμε καλύτερα έναν ακόμη λόγο για τον οποίο ο Manson και οι δολοφονίες του μιλούν σ’ εμάς ακόμη και σήμερα. Η σκηνοθέτις Mary Harron (American Psycho), της οποίας η νέα ταινία Charlie Says κυκλοφορεί ήδη στις αμερικανικές αίθουσες, λέει: "Νομίζω ότι η ύπαρξη κοριτσιών κάνει την ιστορία να αποκτά μεγαλύτερο ενδιαφέρον". Ακόμη και η συμμετοχή ενός άντρα –του Tex Watson– ως μέλους της "οικογένειας" δεν κατάφερε να υπερκεράσει το σφαγιαστικό επαγγελματισμό που διέθεταν εκείνες οι κοπέλες, όπως και τη φήμη που απέκτησαν. Για όλες όσες ήταν (και είναι) "χαμένες" ή κατεστραμμένες ψυχολογικά εξαιτίας χωρισμένων γονιών, εκείνες οι τρεις μακελάρισσες έδωσαν (και δίνουν) μια διέξοδο, όσο αρρωστημένη κι αν είναι αυτή.

Η Atkins ήταν πρώην προσκοπίνα. Η Krenwinkel ανήκε σε εκκλησιαστική χορωδία. Η Van Houten βραβευόταν κάθε χρόνο στο γυμνάσιο ως "πριγκίπισσα της τάξης". Όπως λέει η Harron, "αυτές οι κοπέλες από παιδιά των λουλουδιών μετατράπηκαν σε τρελαμένα αιμοβόρα τέρατα". Θα μπορούσες κάλλιστα να τις δεις στον ύπνο σου έστω και μία φορά και να μην ξανακοιμηθείς ήσυχος κανένα βράδυ από κει και μετά.

ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΤΣΑΡΛΣ ΜΑΝΣΟΝΗ παρθενική νουβέλα της συγγραφέα Emma Cline με τον τίτλο "Τα κορίτσιαέγινε ένα από τα πιο επιτυχημένα μπεστ σέλερ του 2016, με την ίδια να λαμβάνει ως προκαταβολή για τα επόμενα δύο βιβλία που θα έγραφε το αστρονομικό ποσό των 2 εκατ. δολαρίων. Στο "Τα κορίτσια" η Cline προσπαθεί να διερευνήσει πώς και γιατί μια προσκοπίνα, μια εκκλησιάζουσα και μια πριγκίπισσα ομορφιάς μεταμορφώθηκαν σε αιμοδιψή κτήνη, περιγράφοντας την ιστορία από την οπτική γωνία των κοριτσιών. Νιώθοντας αφόρητη πλήξη με το να απλώνει κραγιόν και να απολεπίζει τους πόρους της επιδερμίδας της για χάρη των αγοριών, η νεαρή Evie –φανταστικός χαρακτήρας της Cline–, εντελώς παραμελημένη μετά το διαζύγιο των γονιών της, ξεμυαλίζεται από μια μεγαλύτερη κοπέλα (που έχει τα ίδια χαρακτηριστικά με τη Susan Atkins) και την ακολουθεί σε ένα κοινόβιο – τύπου Manson. Ωστόσο, η συγγραφέας δεν εμβαθύνει στην αιρετική φιλοσοφία του ηγέτη του κοινοβίου και την πλύση εγκεφάλου που πραγματικά βίωναν τα μέλη και απλά αρκείται σε μια καταγραφή των συναισθηματικών διαταραχών της έφηβης Evie, με επίκεντρο την αγάπη, τη φροντίδα και την προστασία που δεν έβρισκε στη διαλυμένη οικογένειά της. "Τα καημένα τα κορίτσια", γράφει η Cline, "όλα τρέφονται από μια προοπτική αγάπης. Πόσο πολύ την έχουν ανάγκη! Και πόσο ελάχιστες από αυτές θα τη βρουν...".

Σήμερα ξέρουμε ότι ο Manson από τη μία κολάκευε και φρόντιζε με στοργή τα κορίτσια του και από την άλλη τα περιφρονούσε οικτρά. Και αμέσως μετά τα αποπλανούσε, τα αποθέωνε και τα αποπλανούσε ξανά και ξανά. Η Harron αναφέρει: "Δεν είναι σπάνιο οι γυναίκες να ερωτεύονται άθλιους, απαίσιους άντρες και να κάνουν για χάρη τους επίσης άθλια και απαίσια πράγματα". Η ταινία Charlie Says στοχεύει στο να αφυπνίσει το φεμινισμό και, σύμφωνα με τη σεναριογράφο της ταινίας Guinevere Turner, "...κανείς δε ρώτησε ποτέ: "Τι έγινε μετά;". Αυτές οι νεαρές γυναίκες ήταν απομονωμένες σε ένα κοινόβιο για επτά γαμημένα χρόνια – μια πρωτόγνωρη και ιστορικά μοναδική προοπτική. Υπάρχει η βεβαιότητα ότι ενστερνίστηκαν το σατανικό αιρετισμό του Manson εξαιτίας της έλλειψης φεμινιστικής κουλτούρας, που εκείνη την εποχή ήταν στα σπάργανα. Σήμερα οι βροντερές φωνές των γυναικών μπορούν να δημιουργήσουν ένα περιβάλλον που μπορεί να ενδυναμώσει κάθε συνείδηση".

Η ταινία αποτίει φόρο τιμής στην Karlene Faith, μια λόγια φεμινίστρια και μάχιμη ακτιβίστρια υπέρ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η οποία είχε προτείνει να αποφυλακιστούν οι Atkins, Krenwinkel και Van Houten και να επανενταχθούν στον κοινωνικό ιστό χωρίς το φόβο πιθανής επανάληψης εγκληματικών πράξεων. Η Faith, η οποία απεβίωσε το 2017 σε ηλικία 79 ετών, είχε επίσης συμμετάσχει σε μια σειρά συνεδριών με τις φόνισσες εντός φυλακής, όπου με τη βοήθεια ψυχολόγων, προσπάθησε –και κατάφερε– να σταματήσουν να μιλούν για τις θεωρίες και τις πράξεις τους στο όνομα του Manson και να σκεφτούν τον εαυτό τους ως ελεύθερες υπάρξεις. Πριν από αυτές τις εξαντλητικές συνεδρίες, όταν κάποιος ρωτούσε και τις τρεις κοπέλες τι είχαν να απολογηθούν, όλες ξεκινούσαν με την εξής φράση: "Ο Charlie λέει...".

Ένα πράγμα που άρεσε στον Charlie να λέει στις κοπέλες της "οικογένειας" ήταν αυτό: "Κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια μου και θα δεις τον εαυτό σου". Μισό αιώνα μετά τα μάτια του Manson καθρεφτίζουν ακριβώς εκείνο από το οποίο δεν μπορούσαν να ξεφύγουν οι "ιέρειές" του: ένταση, επιμονή, έξαψη, πάθος, γυαλάδα, δέος, φόβο, τρόμο. Ίσως καταφέρει κανείς να απαντήσει στο γρίφο του Manson και των αποτρόπαιων πράξεων των κοριτσιών του λέγοντας ότι όλα αυτά οφείλονταν στην ανικανότητά τους να κατανοήσουν την αληθινή αγάπη προς τον άνθρωπο, ανεξάρτητα από το ποιόν του. Ας το ξανασκεφτεί αντιστρέφοντας το ηθικό δίδαγμα της Κοκκινοσκουφίτσας: Μήπως η πρόσχαρη προσκοπίνα που χτυπά το κουδούνι της οικογενειακής σου εστίας με σκοπό την ενίσχυση των απόρων της γειτονιάς είναι εντέλει ο λύκος του παραμυθιού που δε διαθέτει δόντια, αλλά ένα κοφτερό χασάπικο μαχαίρι κάτω από τη στολή της;

Από: Esquire US


Κεντρική φωτογραφία © Bettmann Archive/getty images

ΜΗ ΧΑΣΕΙΣ

Περισσoτερα για Ταξίδια & Ξενοδοχεία

ΔΙΑΒΑΣΕ ΑΚΟΜΑ

Οι Γάλλοι σεφ επιστρέφουν τα αστέρια Michelin και μαγειρεύουν πιο casual

Το fine dining μόλις πέθανε. Ή πιο ορθά, επαναπροσδιορίστηκε.

Τι πιο 80s από διάσημους άντρες να φορούν σορτς και speedo μαγιό

Όταν το ύψος της βερμούδας έφτανε μόλις μερικά εκατοστά κάτω από τον καβάλο.