Στέλιος Γιαννακόπουλος, η φανέλα με το νο.7

Ο θρυλικός πρώην διεθνής ποδοσφαιριστής και νυν βοηθός του ομοσπονδιακού προπονητή μιλά στο Esquire για τη διαδρομή από την Καισαριανή μέχρι την Premier League και την κορυφή της Ευρώπης.

Γράφει: Μπάμπης Δούκας 12 Ιουλίου 2019

Πρωταθλήματα, κύπελλα, αξέχαστες βραδιές στο Champions League, κατάκτηση του Euro 2004, μία σπουδαία καριέρα στην Αγγλία και γκολ, πολλά γκολ. Η πλειοψηφία των Ελλήνων ποδοσφαιριστών θα ζήλευε εύκολα την καριέρα του Στέλιου Γιαννακόπουλου, που στα 45 του ακολουθεί πια το δρόμο της προπονητικής.  Ο βοηθός, πλέον, του Άγγελου Αναστασιάδη στην εθνική ομάδα ποδοσφαίρου μίλησε στο Esquire και ξετύλιξε τις αναμνήσεις μίας αν μη τι άλλο σπουδαίας διαδρομής που ξεκίνησε από την Καισαριανή για να καταλήξει, μέσω Πειραιά, στο καλύτερο πρωτάθλημα του κόσμου και την κορυφή της Ευρώπης. 

Καισαριανή, Πύργος, Πειραιάς

Μία μέρα σαν κι αυτή, πριν από 45 χρόνια, στις 12 Ιουλίου του 1974, γεννήθηκε ο Στέλιος Γιαννακόπουλος. Γιος του παλαίμαχου ποδοσφαιριστή Αλέκου Γιαννακόπουλου, διαπίστωσε από πολύ νωρίς ότι το μέλλον του βρίσκεται εντός των 4 γραμμών του γηπέδου. Μεγάλωσε στην Καισαριανή και ξεκίνησε στον τοπικό Φωστήρα και λίγο αργότερα μεταπήδησε στη "μεγάλη" ομάδα της γειτονιάς, τον Εθνικό Αστέρα. "Θυμάμαι τον εαυτό μου να παίζει ποδόσφαιρο από πάρα πολύ μικρή ηλικία. Ξέρεις, τότε που τα όνειρα και οι φιλοδοξίες δεν απαγορεύονται ακόμη και στον υπερθετικό βαθμό, είχα βάλει ως στόχο να γίνω όχι απλά ποδοσφαιριστής αλλά ο καλύτερος ποδοσφαιριστής του κόσμου" τονίζει, συμπληρώνοντας πως "νομίζω ότι είναι καλό άλλωστε να τοποθετείς τον πήχη στο υψηλότερο σημείο ώστε ακόμη κι αν δε φτάσεις εκεί, να έχεις πλησιάσει".


Η πρώτη ύλη που λέγεται ταλέντο είναι σημαντική, αλλά η σκληρή δουλειά είναι εκείνη που μπορεί να σε καθοδηγήσει. 


Έγινε επαγγελματίας στα 17 του, υπογράφοντας συμβόλαιο με τον Εθνικό Αστέρα, με μισθό 80.000 δραχμές. "Για μένα ήταν ένα απίστευτο ποσό. Μπορούσα να συνεισφέρω στα έξοδα του σπιτιού". Ακόμη και τότε, διέθετε όλα τα στοιχεία που πρέπει να έχει ένας νεαρός ποδοσφαιριστής, πέρα από το ταλέντο, που δεν ήταν άλλα από υψηλούς στόχους, προσδοκίες, μπόλικη και σκληρή δουλειά, δίψα για γνώση: "Η πρώτη ύλη που λέγεται ταλέντο είναι σημαντική, αλλά η σκληρή δουλειά είναι εκείνη που μπορεί να σε καθοδηγήσει. Δες για παράδειγμα τους Messi και Ronaldo. Έχουν περάσει τα 32 και συνεχίζουν στο υψηλότερο επίπεδο. Δεν σταμάτησαν ποτέ να δουλεύουν".

Το 1993 μεταγράφηκε στον Πανηλειακό, που αγωνιζόταν στην Γ' Εθνική. Με την ομάδα του Πύργου ανέβηκε 2 κατηγορίες σε 2 χρονιές. "Μην νομίζεις ότι ήταν εύκολο. Τόσο η Β', όσο και η Γ' Εθνική ήταν τότε τρομερά ανταγωνιστικές κατηγορίες. Σκέψου, στη Νάουσα έπαιζαν παίκτες όπως ο Τσιάρτας και ο Τρούπκος, στην Καλαμάτα ο Λυμπερόπουλος. Ειδικά η επαρχία είχε πολύ δυνατά ονόματα που μόνο εύκολο δεν ήταν να τους αντιμετωπίζεις". Στον Πύργο έγινε η μετάβαση από το επίπεδο του παιδιού σε εκείνο του (ποδοσφαιρικά) ενήλικα. Έφτασε στον Πύργο στα 18 και έμεινε μέχρι τα 21. "Τα 3 χρόνια στην Ηλεία ήταν το καλύτερο ποδοσφαιρικό ψήσιμο που θα μπορούσα να έχω, σωματικά και πνευματικά, για να ετοιμαστώ για μία μεγάλη ομάδα, που ήταν τότε το μεγάλο μου όνειρο. Παίζοντας σε άκρως σκληρές και ανταγωνιστικές συνθήκες, βλέπεις πολλά πράγματα, τρως ξύλο αλλά ταυτόχρονα περνάς και από όλες τις βαθμίδες. Ήταν η πρώτη φορά ταυτόχρονα που έφευγα από το σπίτι για να μείνω μόνος μου σε μία ξένη πόλη. Μπήκαν νομίζω οι βάσεις για την μετέπειτα πορεία της καριέρας μου".

Τα χρόνια της δόξας στον Ολυμπιακό

Το καλοκαίρι του 1996, ο Ολυμπιακός του Σωκράτη Κόκκαλη έμοιαζε αποφασισμένος να δώσει τέλος στα πέτρινα χρόνια και τη δεκαετία χωρίς πρωτάθλημα. Η ομάδα πρώτα προσέλαβε τον Ντούσαν Μπάγεβιτς και στη συνέχεια επιχείρησε να συγκεντρώσει στον Πειραιά ό,τι καλύτερο υπήρχε ποδοσφαιρικά στην ελληνική αγορά. Μεταξύ άλλων στο (παλιό) Καραϊσκάκη βρέθηκαν ο Ρέφικ Σαμπανάτζοβιτς από την ΑΕΚ, ο Ανδρέας Νινιάδης από τον Εθνικό και ένα από τα δίδυμα που έμελλε να αφήσουν ανεξίτηλο το στίγμα τους στην ερυθρόλευκη ιστορία: Οι Πρέντραγκ Τζόρτζεβιτς και Στέλιος Γιαννακόπουλος, που σχεδόν αμέσως ανέλαβαν τα άκρα της μεσαίας γραμμής στην ομάδα του μεγάλου λιμανιού, αμφότεροι από τον Πανηλειακό.

 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

A post shared by @il_regista_ on

"Όταν πήγα στον Ολυμπιακό ήμουν πολύ ψαρωμένος αλλά όχι φοβισμένος. Ήμουν ενθουσιασμένος και ήθελα να κάνω τα πάντα για να αποδείξω σε όλους και στον ίδιο μου τον εαυτό ότι αξίζω να παίζω εκεί και μπορώ να τα καταφέρω. Στον Ολυμπιακό ζούσα κάθε μέρα το όνειρό μου. Έπιανα τον εαυτό μου ακόμη και μέσα στο παιχνίδι να κοιτάζει το σήμα στη φανέλα και να αναρωτιέται πώς βρέθηκε εδώ. Δεν με άγχωνε αυτό, αντιθέτως με έφτιαχνε. Ήθελα να δείξω σε όλους ποιος είμαι και τι μπορώ να κάνω".

Όταν πρωτοπήγα στον Ολυμπιακό, έπιανα τον εαυτό μου ακόμη και μέσα στο παιχνίδι να κοιτάζει το σήμα στη φανέλα και να αναρωτιέται πώς βρέθηκε εδώ. 

Στον Ολυμπιακό πέρασε 7 σεζόν στις οποίες κατέκτησε ισάριθμα πρωταθλήματα (συν ένα Κύπελλο Ελλάδας, το 1999) και αγωνίστηκε με την ομάδα στο Champions League, σημειώνοντας μάλιστα και το πρώτο γκολ της ιστορίας της στο θεσμό. Όχι ένα οποιοδήποτε γκολ αλλά εκείνο που αναδείχθηκε και τέρμα της χρονιάς για τη σεζόν 1997-98. 

Οι τίτλοι και οι επιτυχίες -μεταξύ άλλων ανακηρύχθηκε κορυφαίος Έλληνας ποδοσφαιριστής της χρονιάς, το 2003- δεν αρκούσαν για να τον κάνουν να αλλάξει την αντίληψή του περί σκληρής δουλειάς. "Ευτυχώς για όλους μας, ο Μπάγεβιτς είχε την ίδια αντίληψη. Ήταν συνεχώς ανικανοποίητος και ήθελε να βελτιωνόμαστε συνεχώς και ασταμάτητα. Οι νοοτροπίες μας ταίριαζαν σε αυτό το κομμάτι γιατί κι εγώ είχα μάθει από μικρός να μην σταματάω να δουλεύω, ίσως και λόγω του πατέρα μου, ο οποίος πάντοτε -ακόμη και στα καλά μου παιχνίδια- καθόταν και μου ανέλυε τα λάθη που έκανα. Το να μην επαναπαύεσαι ποτέ και να ανακαλύπτεις το επόμενο επίπεδο είναι ένα από τα στοιχεία που σε κάνουν πρωταθλητή. Να θέτεις πάντοτε καινούρια ταβάνια".

  • Τα πρότυπα: Pele, Johan Johan Cruyff, Diego Maradona. Θαύμαζα ανέκαθεν και τον Δημήτρη Σαραβάκο λόγω θέσης, ενώ προσπαθούσα να αντλήσω στοιχεία και από τους Μίλος Σέστιτς και Λάγιος Ντέταρι.
  • Οι πιο δύσκολοι αντίπαλοι: Σίγουρα ο Gary Neville που ξεχώριζε για την αφοσίωσή στο παιχνίδι και την αγωνιστική πειθαρχία. Τον περνούσα και στα επόμενα πέντε μέτρα τον έβρισκα πάλι μπροστά μου. Στην Ελλάδα αυτό το είχα ζήσει μόνο με τον Τάσο Πάντο και τον Στέλιο Βενετίδη. Κορυφαίος όλων όμως νομίζω ότι είναι ο Roberto Carlos, τι να πεις γι’ αυτόν;
  • Το παιχνίδι που θα ήθελε να παίξει ξανά: Ο επαναληπτικός στα προημιτελικά του Champions League με την Γιουβέντους, τον Μάρτιο του 1998. Ξέρω ότι όλοι θα θέλαμε να το ξαναπαίξουμε. Αν περνούσαμε, ήμασταν ικανοί για τα πάντα. Κι ας έβρισκα μετά τον Neville απέναντι (γέλια).

Ο Στέλιος που έγινε Stelios

Το καλοκαίρι του 2003, μετακόμισε από τον Πειραιά στην βορειοδυτική Αγγλία. Στην Μπόλτον θα έπρεπε, πέρα από την προσαρμογή σε ένα νέο περιβάλλον, να ανταπεξέλθει και στις συνθήκες του καλύτερου πρωταθλήματος του πλανήτη, της Premier League. Ήταν η εποχή που δειλά-δειλά οι Έλληνες ποδοσφαιριστές έκαναν τα πρώτα τους σταθερά βήματα στο εξωτερικό αλλά υπήρχε ακόμη μεγάλη καχυποψία γι' αυτούς.

"Φεύγοντας για την Αγγλία είχα κρατήσει κάποια αποκόμματα από δημοσιεύματα που έλεγαν ότι δεν θα τα καταφέρω εκεί, κυρίως επειδή ήμουν μεσοεπιθετικός και σχετικά μικροκαμωμένος για τα δεδομένα της Premier League. Όλα αυτά μου έδιναν δύναμη και κίνητρο. Στην αρχή, τα πράγματα δεν ήταν εύκολα αλλά είχα ένα στόχο και το πείσμα για να τον πετύχω. Θυσίασα αρκετά για να τα καταφέρω. Χρειάστηκα τη στήριξη της οικογένειάς μου, ειδικά της συζύγου μου. Πήγαμε στην Αγγλία με ένα παιδί 1,5 έτους και την ίδια να είναι ετοιμόγεννη στο δεύτερο. Αντιλαμβάνεσαι λοιπόν ότι όλο αυτό είναι μία μεγάλη απόφαση ζωής. Είδα στο βλέμμα της αλλά και στα όσα συζητήσαμε ότι είναι μαζί μου και δεν πρόκειται να με αφήσει μόνο σε όλο αυτό. Δεν έπαυα όμως να είμαι ξένος σε έναν ξένο τόπο. Με υποδέχτηκαν βέβαια όλοι πολύ ζεστά στο Μπόλτον. Είχαν μία τρομερά σωστή νοοτροπία στο πώς θα εντάξουν έναν νέο ποδοσφαιριστή στην ομάδα. Μην ξεχνάμε ότι πρόκειται και για μία τεράστια βιομηχανία εκτός των άλλων, οπότε πρέπει να μπεις μέσα και να αποδώσεις άμεσα".

Το ντεμπούτο του στην Premier League έγινε στις 16 Αυγούστου 2003, στο Old Trafford, με αντίπαλο την Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. Αρκετοί το θυμούνται, καθώς συνέπεσε με ένα ακόμη σημαδιακό γεγονός για το παγκόσμιο ποδόσφαιρο: Ήταν παράλληλα και το ντεμπούτο του Cristiano Ronaldo με την κόκκινη φανέλα, σε ηλικία 18 ετών. "Οπότε όταν θυμάται κάποιος το ντεμπούτο του Πορτογάλου στην Premier League, κατά κάποιο τρόπο θυμάται και το δικό μου" αστειεύεται. 

Οι απαιτήσεις του πρωταθλήματος της Αγγλίας είναι μεγαλύτερες από κάθε άλλη λίγκα στην Ευρώπη, οπότε η κουβέντα μας πηγαίνει σε αυτό το κομμάτι. "Δεν μπορείς καν να φανταστείς πόσο απαιτητικό είναι όλο αυτό. Για μένα, χρειάστηκαν πάρα πολλές ώρες στο γυμναστήριο για να μπορέσω να ανταπεξέλθω σωματικά. Έπρεπε να γίνω πιο δυνατός, πιο εκρηκτικός, να έχω μεγαλύτερη διάρκεια στην αντοχή μου. Δούλεψα πολύ σε αυτό το κομμάτι, όπως και στο τακτικό, προσπαθώντας να διατηρήσω τα όποια καλά στοιχεία ήδη είχα".

Παράλληλα υπήρχε και η δομή της ομάδας του Sam Allardyce, που λειτουργούσε με εντελώς διαφορετικό τρόπο από εκείνη του Ολυμπιακού. "Όλα ήταν διαφορετικά από οτιδήποτε άλλο είχα συνηθίσει μέχρι τότε. Σκέψου ότι η Μπόλτον διέθετε πολύ σπουδαίους ποδοσφαιριστές -Jay Jay Okocha, Ivan Campo, μετέπειτα οι Fernando Hierro, El Hadji Diouf, Nicolas Anelka, Bruno N'Gotty, Gary Speed- με τεράστιες καριέρες και παρόλα αυτά ο πρώτος στόχος ήταν να μείνουμε στην κατηγορία, τουλάχιστον να το εξασφαλίσουμε όσο πιο γρήγορα γίνεται. Και φτάσαμε στο σημείο να κυνηγάμε τις ευρωπαϊκές θέσεις. Στην Αγγλία".

 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

A post shared by Nostalgija⚽️ (@legendefudbala) on

Σκέφτηκε όμως να τα παρατήσεις ποτέ και να φύγει από την Αγγλία; "Δεν θα σου πω ψέματα, το πρώτο δίμηνο ήταν πάρα πολύ δύσκολο για μένα. Όταν κάνεις πρωταθλητισμό και βλέπεις ότι αυτό αλλάζει, σου πέφτει κάπως βαρύ. Στην πραγματικότητα δεν είχα προσαρμόσει ακόμη τον τρόπο σκέψης μου προς αυτούς, περισσότερο ήθελα αυτοί να σκεφτούν όπως εγώ. Τα πράγματα ασφαλώς δεν λειτουργούν έτσι, αλλά αυτό είναι κάτι που αντιλαμβάνεσαι καλύτερα μεγαλώνοντας και ωριμάζοντας. Ευτυχώς, δεν πήρα γρήγορες και λανθασμένες αποφάσεις. Όταν μου μπήκε η αμφιβολία -και σου λέω πραγματικά αμφέβαλλα και για τον ίδιο μου τον εαυτό αν τελικά μπορούσα να παίξω εκεί- ήταν δίπλα μου η γυναίκα μου, με στήριξε και επέμεινε ότι αυτές είναι οι σωστές συνθήκες. Είχε δίκιο και το κατάλαβα παίζοντας. Είπα εδώ είσαι, θα βάλεις τα μούτρα σου μέσα στη λάσπη, θα παλέψεις και θα δικαιωθείς. Νομίζω έτσι έγινε και χαίρομαι που δεν τα παράτησα όλα τότε για να γυρίσω στην Ελλάδα". 

Τα δύο ανεκπλήρωτα όνειρα 

Το καλοκαίρι του 2005 βρέθηκε πάρα πολύ κοντά στη Λίβερπουλ. Για την ακρίβεια βρισκόταν με το 1,5 πόδι στο Anfield και στο μυαλό του πρόβαρε τη θρυλική φανέλα των Reds με το νο.7, που πολλοί θρύλοι φόρεσαν στο παρελθόν. Μοιραία, δεν θα μπορούσα να μην τον ρωτήσω ευθέως γιατί δεν μεταγράφηκε στην -τότε- ομάδα του Rafa Benitez, που λίγους μήνες πριν είχε κατακτήσει το Champions League στον επικότερο τελικό στην ιστορία του θεσμού. "Μία κάτι παραπάνω από πονεμένη ιστορία και ένα από τα δύο μεγάλα ανεκπλήρωτα όνειρα που είχα ως ποδοσφαιριστής. Είναι αλήθεια ότι έφτασα πάρα πολύ κοντά αλλά τέτοιες περιπτώσεις ίσως και να είναι κομμάτι της γοητείας του ίδιου του σπορ. Η τότε διοίκηση της Μπόλτον βρισκόταν συνεχώς σε επαφές με την αντίστοιχη της Λίβερπουλ, συγκεκριμένα δύο άτομα: Ο πρόεδρος της Μπόλτον Phil Gartside με τον εκτελεστικό διευθυντή της Λίβερπουλ Rick Parry είχαν πολύ καλές σχέσεις και συμφώνησαν για τη μετακίνησή μου, αφού πρώτα καταβληθεί η ρήτρα του 1 εκατομμυρίου λιρών που υπήρχε στο συμβόλαιό μου. Είχα τρομερή εικόνα όλη την προηγούμενη χρονιά στο γήπεδο και θεωρούσα εύλογο το ενδιαφέρον (σ.σ. η Μπόλτον είχε τερματίσει 6η στην Premier League, εξασφαλίζοντας για πρώτη φορά στην ιστορία της μία θέση στο Κύπελλο UEFA)".


Σαν ποδοσφαιριστής μπορώ να πω ότι μου έμειναν ανεκπλήρωτα δύο όνειρα: Το ένα ήταν να παίξω στη Λίβερπουλ και το άλλο να κλείσω την καριέρα μου στον Ολυμπιακό.


Εκείνη την περίοδο ο Benitez του τηλεφωνούσε καθημερινά, για πάνω από μία βδομάδα, προκειμένου να τον μάθει, να δει πώς είναι, τι νιώθει αλλά κυρίως να τον συμβουλεύσει να προσέχει στην προπόνηση της Μπόλτον για να μην προκύψει κανένας τραυματισμός. Τα πράγματα φαίνονταν ότι είχαν πάρει το δρόμο τους. Αλλά... "Ο κος Gartside παρακάλεσε τελικά τον κο Parry να ανεβάσει την προσφορά καθώς με το συγκεκριμένο ποσό δεν θα μπορούσε να βρει αντικαταστάτη. Αυτή ήταν και η αιτία που χάλασε τελικά η μεταγραφή. Αν με ρωτάς φυσικά και ήθελα να πάω, σαν τρελός. Θα σου πω κάτι και θα είμαι απόλυτα ειλικρινής: Όταν μετά από χρόνια πήγε ο Σωτήρης Κυργιάκος στη Λίβερπουλ, ένιωσα να φεύγει ένα απωθημένο, ότι τελικά ρε παιδί μου έπαιξε εκεί ένας Έλληνας. Κι ας μην ήμουν εγώ. Στο τέλος της ημέρας πάντως νιώθω ευγνώμων για την παρουσία μου στην Αγγλία αλλά και για το γεγονός ότι πήρα από το ποδόσφαιρο πολλά περισσότερα από όσα είχα ποτέ φανταστεί". Εξηγώντας μου γιατί δεν έκανε τελικά το δρομολόγιο από το Reebok Stadium προς το Anfield, μίλησε για ένα ακόμη ανεκπλήρωτο όνειρο στα χρόνια της καριέρας του. "Είναι ότι δεν έκλεισα την καριέρα μου στον Ολυμπιακό. Ήθελα, γυρνώντας από την Αγγλία, να σταματήσω να παίζω ποδόσφαιρο εκεί, σε ένα περιβάλλον που έζησα τόσα πολλά και ακόμη μέχρι και σήμερα εισπράττω συναισθήματα και συγκινήσεις από αυτό".

Η εθνική, το έπος του 2004 και η ζωή στους πάγκους

Με το εθνόσημο ο Στέλιος Γιαννακόπουλος αγωνίστηκε 77 φορές και σημείωσε 12 τέρματα. Η πρώτη του συμμετοχή έγινε τον Μάρτιο του 1997, σε ένα φιλικό εναντίον της Κύπρου. Στις 7 Ιουνίου του 2003, πέτυχε ένα από τα σημαντικότερα τέρματα της καριέρας του, που παράλληλα είναι μέχρι σήμερα και ένα από τα σημαντικότερα γκολ στην ιστορία του ελληνικού ποδοσφαίρου. Είναι ασφαλώς εκείνο που σφράγισε την σπουδαία νίκη επί της Ισπανίας στη Σαραγόσα και αποτέλεσε το σπουδαιότερο ίσως βήμα για την πρόκριση στην τελική φάση του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος -ένα χρόνο μετά- στα γήπεδα της Πορτογαλίας.

 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

A post shared by Εθνική Ομάδα (@greeknational) on

"Αν δεν έχεις εμπιστοσύνη στον εαυτό σου και στην ομάδα, καλύτερα να μην κατέβεις στο γήπεδο. Ή ζήτα να μην παίξεις. Αυτοί που παίζουν όμως πρέπει να παίξουν, ανεξαρτήτως του ποιος βρίσκεται απέναντι. Και στην τελική, δώσ'τα όλα κι ας χάσεις. Με ένα τέτοιο σκεπτικό μπήκαμε σε εκείνο το ματς, όλοι μας. Το γκολ αυτό σήμαινε πάρα πολλά για μένα και πραγματικά μου έδωσε φτερά. Ήταν μία τρομερή ένεση αυτοπεποίθησης που μας έδωσε κίνητρο και ώθηση. Εκείνο το βράδυ είδαμε ότι μπορούμε να κοιτάξουμε στα μάτια τον οποιονδήποτε. Ίσως ήταν ένα παιχνίδι-προπομπός για τα όσα θα ακολουθούσαν".

Το γκολ εναντίον της Ισπανίας στη Σαραγόσα μου έδωσε φτερά.

Στην Πορτογαλία, το καλοκαίρι του 2004 γράφτηκε το μεγαλύτερο έπος στην ιστορία του ελληνικού αθλητισμού. "Θέλαμε λοιπόν να εμφανιστούμε αξιοπρεπείς, να μπορέσουμε να σκοράρουμε και παίζοντας, να δούμε πού τελικά βρισκόμαστε. Η ιστορία κατά τη γνώμη μου άλλαξε τη στιγμή που σκόραρε, στην πρεμιέρα, ο Γιώργος Καραγκούνης. Έστω και για λίγο διακρίναμε τον φόβο στο βλέμμα των αντιπάλων. Καταλάβαμε ότι, ήδη, τους είχαμε πάρει τον αέρα και αποκτήσαμε αυτοπεποίθηση. Υπήρχε επίσης μία πολύ καλή προετοιμασία, ιδιαίτερα στο ψυχολογικό κομμάτι από τον Otto Rehhagel. Το παιχνίδι με την Γαλλία ήταν εκείνο το σημείο που μας απογείωσε. Είχαμε απέναντί μας τους πρωταθλητές Ευρώπης και τους πρώην πρωταθλητές κόσμου και κάναμε μία εμφάνιση πραγματικά για σεμινάριο. Ήμουν τραυματίας, έβλεπα το παιχνίδι από τον πάγκο κιι εκεί διαπίστωσα πόσο γεμάτη ομάδα ήμασταν, με ή χωρίς τη μπάλα. Στον προημιτελικό παίξαμε και ποδόσφαιρο και μπάλα. Από εκεί και πέρα, νιώθαμε σαν ποδοσφαιρικοί θεοί, πιστέψαμε ότι μπορούμε να καταφέρουμε τα πάντα. Κατά κάποιο τρόπο νιώθαμε ότι το Κύπελλο μας ανήκει. Γυρνώντας στην Premier League, έμαθα ότι πολλοί προπονητές στην Αγγλία έδειχναν τα παιχνίδια μας στους παίκτες τους, για να τους υποδείξουν πώς πρέπει να στέκονται. Τόσο στην αμυντική λειτουργία όσο και στο γενικότερο στήσιμο". Εκτός από το Euro 2004, αγωνίστηκε ακόμη στο Euro 2008 καθώς και στο  Confederations Cup του 2005. Παραδόξως, οι σπουδαιότερες εμφανίσεις του με τη γαλανόλευκη φανέλα δεν έγιναν φορώντας τον αγαπημένο του αριθμό "7", αλλά τον αμέσως επόμενο. 

Τρία χρόνια αφού κρέμασε τα παπούτσια του, το 2009, ο Στέλιος Γιαννακόπουλος αποφάσισε να ασχοληθεί με την προπονητική, ξεκινώντας από τον πάγκο του Πανηλειακού και φτάνοντας σήμερα να είναι ένας από τους βοηθούς του Άγγελου Αναστασιάδη στον πάγκο της εθνικής ομάδας. Κάθε ποδοσφαιριστής που σταματά από την ενεργό δράση και αποφασίζει να ακολουθήσει το δρόμο της προπονητικής καλείται κάποια στιγμή να σκοτώσει τον παίκτη μέσα του. "Αυτό δε νομίζω ότι ισχύει 100%. Χρειάζεται να κρατήσεις λίγο ακόμη ζωντανό τον παίκτη μέσα σου ώστε να δημιουργηθεί μία ισορροπία, για να μπορέσεις να καταλάβεις πώς λειτουργούν τα εργαλεία που έχεις στη διάθεσή σου, δηλαδή οι ποδοσφαιριστές" αναφέρει, για να συμπληρώσει πως τα ιδανικότερα πρότυπα για εκείνον είναι οι Zinedine Zidane και Pep Guardiola.

Στέλιος Γιαννακόπουλος, η φανέλα με το νο.7

Φροντίζει όμως να προσθέσει και το ακριβώς αντίθετο παράδειγμα στην πορεία από το χορτάρι στον πάγκο: "Diego Maradona. Νομίζω πως έπεσε στην παγίδα να θεωρεί ότι οι παίκτες του μπορούσαν να κάνουν ανά πάσα στιγμή ότι έκανε και ο ίδιος στο γήπεδο τα χρόνια που αγωνιζόταν. Όμως τέτοιοι παίκτες, όπως ο Diego, βγαίνουν ελάχιστοι ανά τις δεκαετίες. Σε καμία περίπτωση πάντως δεν ισχύει το ότι επειδή έχεις παίξει ποδόσφαιρο θα γίνεις και σπουδαίος προπονητής. Είναι κάτι που χρειάζεται επίσης σκληρή δουλειά, σεμινάρια, ταξίδια, συζητήσεις κι ένα σωρό άλλα πράγματα. Ένα πακέτο που χρειάζεται να βιώσεις από κάθε πλευρά".

Κλείνουμε την κουβέντα μας, μιλώντας για τον μεγάλο του προπονητικό στόχο, ο οποίος μπορεί να ακούγεται φιλόδοξος αλλά ίσως και να μην είναι τόσο απρόσιτος. "Να κάτσω κάποια στιγμή στον πάγκο μίας ομάδας της Premier League".


Διάβασε ακόμη για το πώς κατακτήσαμε το Euro 2004, για το Φαινόμενο που ονομαζόταν Ronaldo και για την ασταμάτητη Megan Rapinoe

ΜΗ ΧΑΣΕΙΣ

Περισσoτερα για Σπορ

ΔΙΑΒΑΣΕ ΑΚΟΜΑ

Το πρόβλημα με τον Russell Westbrook

Ο 30χρονος γκαρντ συναντά εκ νέου τον James Harden και όλοι αναρωτιούνται πόσες μπάλες θα χρειάζονται τη νέα σεζόν στο Χιούστον.

Τα γυαλιά ηλίου του Daniel Craig στο Bond 25

Κλασικά, μίνιμαλ, κομψά. Όπως ακριβώς και το στυλ του 007.